Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Fin

Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Φοιτητικές εκλογές

Βάλε ένα μάτσο ανθρώπους σε οποιοδήποτε σύστημα, δώσε τους δύο επιλογές και σε λίγο καιρό θα έχουν μοιραστεί σε σταθερό ποσοστό ανάμεσα σε εκείνους που επιλέγουν Α κι εκείνους που επιλέγουν Β.
Μπορείς, βέβαια, να κάνεις και το άλλο: άσε τους να βρουν οι ίδιοι δύο επιλογές και να συσπειρωθούν γύρω τους σε ένα σταθερό ποσοστό που θα παραμένει το ίδιο όσο οι συνθήκες που επηρεάζουν το σύστημα παραμένουν αμετάβλητες.
Θα αντιτείνουν μερικοί πως το δεύτερο φαινόμενο εξαρτάται από τον αριθμό των ανθρώπων. Συστήματα με μικρό αριθμό ανθρώπων μπορούν να μην εμφανίζουν πόλωση και να επικρατεί πλουραλισμός, συστήματα με μεγάλο αριθμό ανθρώπων εύκολα μπορούν, κι ακόμα πιο εύκολα μπορούν να ξεφύγουν από την πόλωση μεταξύ δύο επιλογών και να ακολουθούν τυφλά μία.

Τι συναίβει με τις παρατάξεις στο πανεπιστήμιο; Πως προέκυψε αυτός ο δυισμός; Δεν νομίζω να αναπτύχθηκε από μόνος του. Χωρίς να γνωρίζω την ιστορία πίσω από το φαινόμενο των παρατάξεων θα μαντέψω, και πιστεύω ότι θα πέσω μέσα, πως προήλθε από το πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας (μιλάω για δυισμό αν και υπάρχουν και οι μικρότερες αριστερές παρατάξεις και φωτεινά παραδείγματα ανεξάρτητων υποψηφιοτήτων στις φοιτητικές εκλογές.). Η άποψη μου στηρίζεται σε ένα κύριο γεγονός: οι παρατάξεις φέρουν τα ίδια χρώματα, περιέχουν στα αρκτικόλεξα τους τα ίδια ονόματα και χρηματοδοτούνται από τα ίδια υπάρχοντα κόμματα στην Ελλάδα. Για να μην αναφέρω την εμφάνιση πολιτικών προσωπικοτήτων (φέτος δεν ξέρω αν έγινε) στις εκλογές. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς συνομωσιολόγος – η αλήθεια είναι μπροστά στα μάτια μας και μας μουντζώνει.

Γιατί υπάρχουν όμως; Δεν ξέρω ποια αιτία να πάρω ως πρωταρχική. Θα πάρω, χωρίς ξαναλέω να ξέρω την ιστορία, όποια μου ακούγεται περισσότερο ρομαντική. Θέλω να πιστεύω πως αρχικά δημιουργήθηκαν οι παρατάξεις για να γίνει μία ζύμωση πολιτικών ιδεών στο πανεπιστήμιο (θα έλεγα και ως αντίδραση στην δικτατορία, αλλά δεν γνωρίζω αν υπήρχαν και πριν την μεταπολίτευση) . Διάλογος, έστω φιλονικίες. Το άτομο που θα έβγαινε σπουδαγμένο στην κοινωνία θα είχε συνείδηση, αν όχι της πολύπλοκης και συχνά στυγνής πολιτικής πραγματικότητας, της ιδεολογίας, τουλάχιστον, πίσω από τα υπάρχοντα κόμματα της χώρας του. Και είναι λογικό και απολύτως πρακτικό (παρά το υπόβαθρό της ιδεολογίας που σπάνια κάνει παρέα την πρακτικότητα) να αντιπροσωπεύουν αυτές οι παρατάξεις τα υπάρχοντα κόμματα που ήταν κύριοι εκφραστές κάποιας συγκεκριμένης ιδεολογίας (ακόμα, πιο ρομαντικά βέβαια, απλώς έτυχε και σιγά - σιγά προσάρτησαν στον πυρήνα τους τα ίδια ιδεολογίας κόμματα). Έπειτα, ή παράλληλα, συνειδητοποίησαν πως αποτελούν οργανώσεις που μπορούν να απαιτήσουν από το πανεπιστήμιό τους αλλαγές. Αλλαγές για τον καλό όλων των φοιτητών. Έπειτα, ή παράλληλα, συνειδητοποίησαν τα κόμματα πως οι παρατάξεις είναι εργοστάσια παραγωγής ψήφων και αποφάσισαν να εντείνουν την παρουσία τους σε αυτές, τόσο με τα κατάλληλα χρώματα κι αρκτικόλεξα, όσο και με τις κατάλληλες χορηγίες. Και κάπου εκεί απλά θέματα όπως το αν θα ήταν χρήσιμο να μπορούμε να επαναλάβουμε τα εργαστήρια και την πρόοδο για ένα μάθημα στο οποίο δεν τα πήγαμε καλά, καλύφθηκαν από την ίδια νοοτροπία που επικρατούσε στο μυαλό των πολιτικών προσωπικοτήτων και οπαδών – με ταυτόχρονη εξανέμιση κάποιας πολιτικής ιδεολογίας, που είναι λογικό μιας και τι σημασία έχει αν είσαι καπιταλιστής, σοσιαλιστής, κομμουνιστής, αναρχικός ή κάτι τέλος πάντων ανάμεσα σε αυτά με την επανάληψη της προόδου που προαναφέρθηκε!
Φτάσαμε, τέλος, στο σημείο, τα άτομα που εγγράφονται να το πράττουν κυρίως για ανέλιξη (και κάποια μελλοντική θέση εργασίας ή κονέ), διεύρυνση κοινωνικών σχέσεων, ειδική μεταχείριση από καθηγητές και πρόσβαση σε σος και θέματα παλαιότερων ετών. Ίχνος ιδεολογίας. Ίχνος πρακτικής επίλυσης των θεμάτων που ταλανίζουν την κάθε σχολή. Μάλιστα, τα ανώτερα στελέχη, προφανώς για τη μελλοντική ανέλιξη, μα κι από την έμφυτη μεγαλομανία και δίψα για εξουσία και συσσώρευση περισσότερης δύναμης προσπαθούν να κερδίσουν όλο και περισσότερο κόσμο προσφέροντας όχι μόνο τους τέσσερεις κύριους λόγους που αναφέρθηκαν, αλλά και διασκέδαση με ειδικά event της παράταξης, τα party. Τώρα, αν αλλάξετε την αλληλουχία των προτάσεων θα προκύψουν τα λιγότερο ρομαντικά σενάρια.

Προσφέρουν οι παρατάξεις κάτι το ουσιαστικό; Τίποτα, που δε θα προσέφερε μία γενική συνέλευση έτους κι απαίτηση κάποιων πραγμάτων από την έδρα, χωρίς χρώματα στα μπλουζάκια μας και στο κεφάλι μας. Τίποτα, που δε θα προσέφερε μία με ανοσία στα συμφέροντα επιτροπή καθηγητών ή ειδικών τέλος πάντων. Κι αν μου αντιτείνει κανείς τίποτα θα του δείξω τις θέσεις που έπεσαν τα ελληνικά πανεπιστήμια στην παγκόσμια κατάταξη. Κι αν μου αντιτείνει κάποιος που ανήκει σε οποιαδήποτε μικρή παράταξη κάτι του τύπου «δεν ήμασταν εμείς στην εξουσία γι’αυτό» θα του πω απλά πως ανήκεις σε παράταξη πολιτικής ιδεολογίας που τάχα νοιάζεται για το πανεπιστήμιο, αλλά για κάποιο λόγο δίνει ιδιαίτερη μνεία στο να βάφεται στα κόκκινα και να ακούει συγκεκριμένη μουσική.

Για μένα δεν θα έπρεπε να υπάρχουν παρατάξεις που να επηρεάζουν το πανεπιστήμιο και να βασίζονται στην πολιτική. Τέτοιες αποφάσεις θα έπρεπε να παίρνονται, αν όχι από το σύνολο, από επιτροπές φοιτητών που επιλέγονται για τις απογυμνωμένες από χρώματα ιδέες και προτάσεις τους. Γιατί είναι θλιβερό να θέλουμε να κάνουμε καλύτερα μερικά μαθήματα, να συμφωνούμε όλοι σε αυτό, αλλά οι αποφάσεις μας να παρακωλύονται επειδή η μία παράταξη θέλει να πάει κόντρα στην άλλη κι έχει αποφασίσει να οδηγήσει στην αυτοκτονία μία συνέλευση με το να απαγορεύει στα μέλη της να παρευρεθούν σε αυτή. Δεν είναι να απορεί κανείς πως η Ελλάδα έχει κυλιστεί στο βούρκο. Αν ο δικομματισμός και η τυφλή προσήλωση σε ιδεολογίες (δηλαδή σε απόλυτες αποξενωμένες με την πραγματική ζωή απόψεις) μπορεί να παρομοιαστεί με καρκίνο, τότε έχει κάνει μετάσταση στους ιστούς των βλαστικών κυττάρων του μέλλοντος της χώρας και του πολιτισμού μας – στα πανεπιστήμιά μας. Και επανατροφοδοτείται θετικά. Απορώ καμιά φορά. Εντάξει οι μεγαλύτεροι ζούνε στα παλιά, έχουν άλλη νοοτροπία. Εμείς οι νέοι; Πως αφήνουμε μια παράταξη να μας διατάξει να μην παρευρεθούμε κάπου για να συναινέσουμε για μία σειρά αλλαγών; Πως κοιμόμαστε ήσυχοι όταν ξέρουμε πως λογική άρνηση δεν υπάρχει, ιδεολογική πολιτική άρνηση δεν υπάρχει… υπάρχει όμως μία κενή πολιτική άρνηση τροφοδοτούμενη από άτομα που επειδή είναι στην κορυφή παρατάξεων νομίζουν πως κάποιοι είναι;… αλίμονο, και είναι οι ίδιοι που κάθε βράδυ πριν κοιμηθούν αντιμετωπίζουν στο κρεβάτι τους το βάρος του εαυτού τους.

Μα αν δεν υπάρχουν παρατάξεις η πολιτική ζύμωση θα φωνάξει κάποιος; Η πολιτική ζύμωση ας υπάρξει. Ας δημιουργηθούν παρατάξεις με καθαρά φιλοσοφικό χαρακτήρα που θα διοργανώνουν debate. Ας γίνονται εκλογές που δεν θα επηρεάζουν κάπως ουσιαστικά τη λειτουργία του πανεπιστημίου. Εκλογές που απλώς θα αποτελούν γιορτή της φιλοσοφίας, της ελευθερίας της έκφρασης και της έμμεσης δημοκρατίας.

Τι κενές, αλήθεια, οι παραταξιακές εκλογές σαν κι αυτές που έγιναν όμως σήμερα; Τι χαμένα λεφτά, ενέργεια, δημιουργικότητα; Τι αναίτιο μίσος απέναντι σε αλλόδοξους και αποστάτες; Τι στραγγαλισμός της αυτοεκτίμησης; Τι βιασμός της πολιτικής ιδεολογίας; Τι άλλο να κάνει κανείς από το να βγάλει μια κραυγή σαν κι αυτή του Edvard Munch, μια κραυγή που ανάμεσα στους θορύβους από τις καταμετρήσεις των ψήφων και την αφισοκόλληση είναι τόσο υπόκωφη, τόσο απελπιστικά, σπαραχτικά υπόκωφη…

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Αγάπες μου!

Χτες έτυχε να ακούσω κάποια σχόλια υπερπατριωτικά, φιλοαρχαιοελληνικά, αντιαμερικανικά και φυλετικού ρατσισμού γενικότερα προερχόμενα από άτομα σπουδαγμένα, μεγαλύτερα και, στα χαρτιά τουλάχιστον, του σοσιαλιστικού χώρου.
Λόγια σαν τα παραπάνω έχουν ακριβώς την ίδια επίδραση πάνω μου, όπως ένα τρυπάνι που σπάει το κρανίο μου και φτάνει μέχρι την τρίτη κοιλία (ιατρική ποζεριά).
Έμαθα, όπως όλοι στο Λύκειο, πως πατριωτισμός είναι η αγνή αγάπη για την πατρίδα, ενώ αντίθετα εθνικισμός είναι μία στείρα, με ρατσιστικές προεκτάσεις λατρεία. Μία καλή αναλογία είναι να αγαπάει κανείς τη μητέρα του, ενώ κάποιος άλλος να λατρεύει τη δικιά του και να μηδενίζει όλες τις άλλες. Άλλωστε και η πατρίδα φέρει και το προσωνύμιο «μητέρα» (ή «μαμά» στον μαύρο γάτο).
Περνώντας μέσα από τις τάξεις του Λυκείου, ζώντας σε μία μικρή κοινωνία, όπως αυτή των Τρικάλων συνάντησα αυτή τη μικρότητα και τη ψωροπερηφάνια των ελληναράδων, αλλά, δυστυχώς, ήρθα αντιμέτωπος και με έναν στείρο εθνικισμό που πίστευα πως θα τελείωνε με το τέλος της ήβης, μα ακόμα καλά κρατεί. Η αγάπη για το έθνος, για το στρατό μας, για την αστυνομία μας, για τους αρχιδαράδες επαναστάτες μας, για τις ελληνικές ομαδάρες. Η έχθρα ενάντια στα ξένα κράτη και ειδικά στην Τουρκία, Αλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία, τώρα τελευταία Γερμανία και, ανάλογα για το πότε οι κινήσεις της μας συμφέρουν ή όχι, Αμερική. Αυτές ήταν οι κύριες αξίες των περισσότερων συμμαθητών μου, αυτές ήταν μερικές από τις αξίες των προαναφερθέντων.
Και φυσικά δύο ήταν τα άλλα κύρια χαρακτηριστικά τους με την πρώτη θέση να καταλαμβάνει η ερωτική σχεδόν προσήλωση στο αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Είχαμε φιλοσόφους, είχαμε πολεμιστές, είχαμε συγγραφείς, αρχιτέκτονες και γλύπτες, είχαμε τον Περικλή, ΓΕΝΝΗΣΑΜΕ ΤΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ ΡΕ ΜΟΥΝΙΑ, είχαμε τους Ολυμπιακούς αγώνες! Μερικοί επίσης σοβαρά πιστεύουν (σοβαρά όμως. Αλήθεια.) πως νικήσαμε τους Άτλαντες, πως πρώτοι φτάσαμε στην Αμερική, πως είμαστε απόγονοι ενός ανώτερου εξωγήινου πολιτισμού, πως οι πανέλληνες είναι αμέτρητοι ανάμεσα στον πληθυσμό των άλλων κρατών.
Με το δεύτερο χαρακτηριστικό να ακολουθεί και, ω θαύμα των θαυμάτων, να δένει άρτια με την επιληπτική κατοχή του αφροδισιακού αρχαιοελληνικού πνεύματος. Η, εξ ανατολής, χριστιανική διδασκαλία. Είμαστε όλοι Χριστιανοί ορθόδοξοι, το γράφουμε στο facebook, το θέλουμε στις ταυτότητες μας, κουβαλάμε τα σταυρουδάκια της βάφτισης στο λαιμό μας, ακούμε προφητείες και συμβουλές γεροντάδων, κουνάμε καταφατικά το κεφάλι με κλειστά τα μάτια: «έτσι, έτσι, καλά τα λέει», πάμε και μια φορά στην σταύρωση μέσα στον ναό της εκκλησίας, βρε αδερφέ. Και, αφού το βλέπεις, ο Θεός (πάντα το θ κεφαλαίο) έχει ξεχάσει τους μισητούς Εβραίους και είμαστε εμείς ο περιούσιος λαός του, εμάς αγαπάει πως το λένε!
Αγάπη για το έθνος! Ναι. Αγάπη για το στρατό μας! Εντάξει. Για την αστυνομία μας! Ναι, οκ. Για τους αρχιδαράδες επαναστάτες μας! Ναι, εν μέρει. Για τις ελληνικές ομαδάρες! Ε, άντε και γαμήσου, μαλακιστήρι. Όχι μόνο για τις ομάδες, όχι. Επειδή είσαι ψεύτης. Πώς κατηγορείς κάθε φορά τους βουλευτές; Ναι, τέτοιος είσαι και χειρότερος. Τουλάχιστον αυτοί λένε συνειδητά τα ψέματα που λένε. Εσύ δεν ξέρεις τι λες κιόλας. Αγάπη για το έθνος; Σοβαρά; Εσύ που έναν αντικαπνιστικό νόμο δεν μπορείς να τηρήσεις, που δεν σέβεσαι τις ώρες κοινής ησυχίας, που δεν σε νοιάζει ο γείτονας σου (μέρος του έθνους σου) παρά μονάχα να περάσει ο εαυτούλης σου καλά, που δουλεύεις όσο λιγότερο μπορείς, που διαβάζεις όσο λιγότερο μπορείς, που θες να παίρνεις όσα περισσότερα μπορείς [«γιατί έτσι παίρνουν και στις άλλες χώρες! (που διαβάζουν και δουλεύουν πολύ όμως)], που είσαι κύτταρο των καφετεριών, που σκορπάς ανελέητα εκατοντάδες ευρώ τα σαββατοκύριακα στα μπουζούκια, αλλά σε μία εγχείρηση να δώσεις τσιγκουνεύεσαι, που ξοδεύεις αμέτρητα λεφτά στις βενζίνες, τα ποτά, τα καινούργια ηχοσυστήματα και τις ζάντες, που κάθε νόμος για σένα είναι ακόμα ένα εμπόδιο για να το ξεπεράσεις; Κι εντάξει για τους άδικους νόμους. Εντάξει κι αν είσαι αναρχικός. Αλήθεια θα το καταλάβω. Αλλά όταν χαλάς τη δημόσια περιουσία, όπως όταν καταστρέφεις τα πάρκα, ρε, όταν πετάς κάτω τα σκουπίδια; Τι εθνοφύλακας είσαι εσύ; Παραφράζοντας τον Νίτσε: «Το ελληνικό έθνος, πέθανε! Εσείς το σκοτώσατε!»
Αγάπη για το στρατό και την αστυνομία; Που είσαι του στυλ «ο στρατός είναι τέλειος» κι αφού μπεις «270 και μία» και «δεν παλεύεται», αλλά όλο για αυτό μιλάς; Που σε πόλεμο δεν έχεις πάρει μέρος, δεν θες, θα βάλεις τον μπαμπά να σε βγάλει από το τάγμα αν τυχόν γίνει, αλλά ΖΗΤΩ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ! Είναι αδύναμος εναντίον οποιουδήποτε σχεδόν άλλου στρατού, αλλά, ναι, ζήτω! ΕΜΕΙΣ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΑΔΕΡΦΙΑ! Εικόνες που κλαίνε βυσσινάδα έχετε. Και η αστυνομία. Η υποκρισία της υποκρισίας! Όλο «κωλόμπατσοι», «κωλοτροχονόμοι», «κωλοματατζίδες» και οι περισσότεροι πάτε στην αστυνομία γιατί «δουλεύεις αμέσως»! Παρακαλάτε να μη σας δώσουν κλήση (για μία παρανομία σας ξεκάθαρη) κι έχετε συγγενείς αστυνομικούς που μαζί τους τα πάτε περίφημα! Που είναι τα αρχίδια σας, ώ, Hellinikarus archidaratus;
«Πρόγονοι επαναστάτες, 1821, Ελευθερία ή Θάνατος!», φωνάζετε. Μα όταν τα πανεπιστημιακά βιβλία σας φωνάζουν την αλήθεια, πάνε να σας διαφωτίσουν, εσείς τα κράζετε. Αρνείστε, τα αντικειμενικά στοιχεία! Εθελοτυφλείτε! Σας βγάζουν τον Κωλοκοτρόνη gay. Ε, και τι;! Που είναι το κακό; Πως τον μειώνει; Πως ΣΑΣ μειώνει; Και μη μου πείτε πως είναι αφύσικο και η φύση τα θέλει αλλιώς, γιατί ούτε φυσική, ούτε βιολογία ξέρετε.
Μα και ούτε αρχαία ελληνικά ξέρετε! Εδώ είναι το ωραίο. Ψέλνουμε ύμνους στους ολύμπιους, πλέκουμε εγκώμια για το παρελθόν, θέλουμε να ενστερνιστούμε τις αξίες του! Μα όταν στα θρανία εμφανίζονται μπροστά οι γραμματικές και τα συντακτικά μιλάμε με τον διπλανό μας για το ξεφτιλισμένο ελληνικό ποδόσφαιρο. «Είχαμε Περικλή, Αριστοτέλη, Όμηρο!» Διόρθωση, είχαν οι αρχαίοι έλληνες, εμείς οι νεοέλληνες που είμαστε αποτέλεσμα πρόσμιξης τόσων φυλών και μας ονόμασαν μερικοί αρχαιοελληνολάτρες ξένοι (που τόσο μισούμε τους ξένους) απόγονους των αρχαίων δεν έχουμε, ούτε είχαμε ποτέ τίποτα. Αλλά θα δεχτώ το επιχείρημα περί πολιτισμικής κληρονομιάς και όχι γενετικής (μικρή σημασία έχουν τα γονίδια με τον πολιτισμό που θα τυλιχτείς). Ναι, και πάλι. Τι κάνει εσύ, αγράμματε, κουτοπόνηρε ελληνάρα για το ελληνικό έθνος; Για να τιμήσεις τους προγόνους σου; Χουντικές παρελάσεις; Βρετανόφιλους χουλιγκανισμούς (μια φορά κι έναν καιρό στη Βρετανία, βέβαια); Πως τιμάς τα «ιερά χώματα» που πατάς; Πατώντας με τα Nike σου πάνω τους, υποκριτή των υποκριτών;
Και πως, αχ πως, συνδυάζεις βρε, την Δύση του αρχαιοελληνικού πνεύματος με την Ανατολή της ορθοδοξίας; Από τους αγαπημένους μου ήρωες της αρχαιότητας ήταν ο Προμηθέας που έστειλε τη φωτιά στους ανθρώπους και αψήφησε τους θεούς (ακόμα κι όταν ήμουν θρήσκος). Μα και ο ευλογημένος Αχιλλέας μόνος τους πάλευε και πέθανε, ο Πάρης ήταν αυτός που κρύφτηκε με θεϊκή βοήθεια, ο «κακός» της υπόθεσης. Τι θεούς και παναγίες μου λες που θες τη βοήθεια τους; Και γιατί να στη δώσουν; Σάμπως κάνεις ό,τι επιτάζει η θρησκεία σου; Όχι. Τι ορθόδοξος είσαι μετά; Η συμπεριφορά σου στο μόνο που διαφέρει από την πιο φιλελεύθερη χριστιανική συνιστώσα είναι το θέμα ανοχής των ομοφυλόφιλων.
Οι παπαρολογίες συνεχίζουν. «Έχουμε πάρει βραβεία, Νόμπελ!». Ναι, κι εσύ δεν έχεις διαβάσει καν εξώφυλλο από ποιητική συλλογή του Ελύτη και του Σεφέρη. «Βγάλαμε το τεστ, Παπ!» Ναι, αφού ο Παπανικολάου πήγε στη Γερμανία για μετεκπαίδευση και δεν ξέρεις καν πως λειτουργεί. «Χώρα της δημοκρατίας». Ναι, αλλά δεν ξέρεις καν τον ορισμό της, τι έλεγαν τότε δημοκρατία τι ονομάζουν τώρα..
Και γκρινιάζεις, γκρινιάζεις για την οικονομική κρίση, την κατάσταση… και τι κάνεις; Πες μου, τι κάνεις; Τίποτα. Για άλλη μια φορά δεν θα βγάλεις το φίδι από την τρύπα. Για άλλη μια φορά δεν θα πάρεις θέση. Για άλλη μια φορά φταίνε οι άλλοι. Γιατί αν δεν θες ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, λαός είσαι ρε πούστη μου, 600 άτομα είναι, ανατρέπεις την κυβέρνηση. Βγες κι από την ΕΕ. Αφού δε σου αρέσει, γιατί δεν το κάνεις; Ωραία γκρινιάζεις. Άντε, κουνήσου! Γκρινιάζεις. Καπιταλισμό δεν ήθελες; Να παίρνεις εις βάρος άλλων δεν ήθελες. Ε, έπαιξες κι έχασες. Και το λέω εγώ που αν με κρίνω από μερικές απόψεις μου είμαι καπιταλιστής (όχι κάποιο ελληνικό δεξιό κόμμα όμως). Έτσι είναι το σύστημα, το παιχνίδι. Δεν σου αρέσει; Μπορείς να το ανατρέψεις. Κάνε την επανάσταση σου! Δεν μπορείς τώρα; Γιατί; Α, γιατί θα πας στις 3 για καφέ και τσιγάρο.
Τελικά με τέτοια ψευτιά, υποκρισία, ψωροπερηφάνια, ειδωλολατρία (γιατί είδωλα φτιάξαμε παλιών αξιών και ιδανικών), τεμπελιά, ωχαδερφισμό, πολιτική διχοτόμηση, εθελοτυφλία μακάρι να είμαστε ο περιούσιος λαός του θεού! Μακάρι να μας δοκιμάζει, μακάρι να είναι εκεί την τελευταία στιγμή να μας σώσει. Γιατί μόνοι μας δεν τα καταφέρνουμε. Γιατί τους «βαρβάρους» που προσφέρονται να βοηθήσουν τους εξοστρακίζουμε. Όπα!

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Από Σκόνη

Ξεκινάς στη ζωή, συνήθως, σε δρόμο ασφαλτοστρωμένο και προχωράς μπροστά. Παρέα σου κόσμος πολύς, «θα βρω πολλούς ακόμα» σκέφτεσαι και δεν φοβάσαι. Στο πρώτο σταυροδρόμι σε καθοδηγεί η μαμά σου και ο μπαμπάς σου. Και στα επόμενα όλο και περισσότεροι σου λένε κατά που να κάνεις. Ονειρεύεσαι μια μέρα να γίνεις σαν όλους αυτούς, να γνωρίζεις και να καθοδηγείς. Για να το κάνεις, λογικά, θα πρέπει να φτάσεις στο τέλος του δρόμου μετά από καιρό και να μεταλάβεις την απόλυτη γνώση.

Σα μεγαλώνεις αρχίζεις και νομίζεις πως κάποιος είσαι. Στην πραγματικότητα ακόμα ανακαλύπτεις τον εαυτό σου. Οι παλιοί σου δάσκαλοι χάνονται από την ακτινοβολία του ειδώλου σου. Βλέπεις στους άλλους εσένα και είδωλα που μοιάζουν με σένα. Τότε αρχίζεις και αμφισβητείς, καις με τις πυρωμένες σου παλάμες κάθε έννοια που πιάνεις. Κανένας από τους παλιούς πια δεν γνωρίζει. Ο δρόμος είναι απλό τσιμέντο.

Χιλιόμετρα αργότερα και ο δρόμος είναι χωμάτινος, τα πόδια σου χάνονται στη σκόνη. Διψάς. Νόμιζες πως ήξερες μα είδες πως δεν υπάρχει γνώση. Τουλάχιστον όχι η γνώση που νόμιζες. Η απόλυτη αλήθεια, η ουσία των πραγμάτων, η βεβαιότητα έχουνε γίνει μέρος της σκιάς σου – δημιούργημα από την ακτινοβολία αυτή τη φορά του ήλιου που ψήνει το κεφάλι σου.

Φτάνεις τότε σε ένα σταυροδρόμι και ψάχνεις να βρεις τους παλιούς δασκάλους, τις παλιές συμβουλές – έστω τη γνώση που απέκτησες! Και δεν υπάρχει τίποτα παρά μονάχα σκόνη. Εύχεσαι να ήσουν παιδί, εύχεσαι να μην γνώριζες την αγνωσία, εύχεσαι ο δρόμος να ήταν άσφαλτος μα είναι χώμα και πέτρες και άμμος και σκόνη. Όλα όσα πέρασες έχουν απλά βρομίσει τα παπούτσια σου.

Κουρασμένος λυγίζεις και στηρίζεσαι πια στα πονεμένα σου γόνατα. Δεν έχεις φτάσει στο τέλος. Μα ποιος τέλος; Καταλαβαίνεις πως δεν υπάρχει. Πως πάντα θα υπάρχει μια στροφή, πάντα το αδιέξοδο μόλις το φτάνεις θα φανερώνει ξεκάθαρα το σωστό το δρόμο. Και αυτή η γνώση είναι το μόνο βέβαιο που μπορείς να συναντήσεις.

Ω, ο δρόμος… αυτό είσαι τελικά. Όλο σου το είναι είναι χαραγμένο και με μια εμπειρία, ένα πετραδάκι, έναν χωμάτινο σβόλο. Και η ζωή είναι ο δρόμος, ατέλειωτος, αβέβαιος και δύσκολος. Με το άγνωστο να παραμονεύει σε κάθε στροφή, σε κάθε διχάλα. Και δεν υπάρχουν χαμένα μονοπάτια, γιατί είσαι ένα μονοπάτι από μόνος σου, χιλιοπατημένο, σκονισμένο από την άμμο όλων των άλλων που συνάντησες στο ταξίδι σου. Κι αν φτάσει η ώρα να δώσεις κι εσύ την συμβουλή σου, μόνο μια χούφτα σκόνη μπορείς να προσφέρεις κι αυτή θα πάει χαμένη. Πώς να ερμηνεύσει κανείς τη σκόνη αν δεν έχει βουλιάξει μέσα της, λυγίζοντας στα γόνατά του, σαν εσένα τώρα, έστω και μία φορά;


Εμπνευσμένο από τα τραγούδια of dust, road salt, losing my innocence από το cd Road Salt των Pain of Salvation.

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Φτου ξελευθερία

Τελείωσε η εξεταστική. Κουραστική, πολύ κουραστική, αλλά αν εξαιρέσει κανείς τα σπλάχνα που δεν τα έδωσα, όλα τα άλλα πρέπει να τα πέρασα (αγγεία – νεύρα βγήκαν και τα πέρασα με 8!). Δεν μπορώ να το πιστέψω πως έφυγε αυτή η μαύρη περίοδος. Γιατί μαύρη; Επειδή αν δεν έχεις ανοίξει το βιβλίο στα 3 από τα 5 μαθήματα που έδινες και κανένα τους δεν είναι βόλτα στο πάρκο (είναι αγγλική φράση αυτή;) – μάλλον, όλα τους ήταν ένα κι ένα σε δυσκολία και έκταση, τότε έχεις μία εβδομάδα για να βγάλεις εκατοντάδες σελίδες και πιστέψτε με δεν είναι ούτε εύκολο ούτε ευχάριστο, ακόμα κι αν το μάθημα είναι ενδιαφέρον. Το τελευταίο μάθημα που ήταν διπλό (Εμβρυολογία – Ιστολογια 1 και λέω 1 επειδή στο επόμενο εξάμηνο έχουμε και Εμβρυολογία – Ιστολογία 2 που είναι συστημική approach aka αχ βαχ), έφτασα στο σημείο να μην το δώσω, αλλά ευτυχώς η κοπέλα μου με έπεισε και όπως έγραψα και πιο πάνω πρέπει να το πέρασα.
Και από Δευτέρα… καινούργιο εξάμηνο!... Περιλαμβάνει Φυσιολογία με γαστρεντερικό, εγκέφαλο – νωτιαίο μυελό, αισθητήρια όργανα, ορμόνες, γεννητικό, Ανατομία με εγκέφαλο, νωτιαίο, αισθητήρια όργανα κτλ (ουσιαστικά το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα), την Ιστολογία – Εμβρυολογία 2 που ανέφερα πιο πάνω και Αγγλικά 2. Δηλαδή, τρία μαθήματα ουσιαστικά (ελάτε, τα αγγλικά δεν πιάνονται). Σκέφτομαι να πατάω και στα αμφιθέατρα αυτό το εξάμηνο, αλλά κι αυτό να μην κάνω να ΔΙΑΒΑΣΩ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΕΞΑΜΗΝΟΥ. Θα έχω και πιο ξεκούραστη επόμενη εξεταστική και μεγαλύτερες πιθανότητες για κανά καλό βαθμό. Θα δούμε πως θα πάει… είμαι ακόμα κουρασμένος από το προηγούμενο (έβρεξε και τη μέρα που τελείωσε!~) και αυτή τη στιγμή το μόνο που θέλω είναι ξεκούραση, χαλάρωση και να μην ακούσω τη λέξη «επιθύλιο» για κάμποσο καιρό…
Όσον αφορά το blog αποφάσισα να το ανανεώνω πιο συχνά. Θα υπάρχουν αρκετά κείμενα με απλώς σκέψεις ή αναφορά στην καθημερινότητα μου, αλλά σαφώς και οι παλιές (καλές;) ιστορίες και κείμενα. Ίσως να βάζω και καμιά φωτογραφία και βίντεο, αλλά δεν είμαι ακόμα σίγουρος. Το Biology of A Simple Life το δουλεύω και το ίδιο κι ένα κείμενο με εκτρώσεις και έμβρυα. Αν σήμερα είχα δυνάμεις (γιατί χρόνο έχω, yay!) θα τα συνέχιζα, αλλά θα τα αφήσω για άλλη μέρα. Το σίγουρο είναι πως θα ανέβουν κάποια στιγμή. Το blog επίσης θα πρέπει να πάρει και λίγο από την εσωτερική μου τρέλα και το outlook μου στη ζωή και να ζωντανέψει λίγο. Άλλωστε θέλει κι αυτό ενασχόληση και καινοτομία, και δεν έχω εφαρμόσει τίποτα από τα δύο. Δεν θα το ξεbordelέψω – μην ανησυχείτε.
Πάω να κάνω ένα μπάνιο και να πιω καφέ στα Ζώγια (αν και ακριβοί είναι πρωτότυποι και γαμάτοι και με ποτό μέσα, κάτι που ακυρώνει την original επίδραση του καφέ πάνω σου, αλλά είναι γαμάτοι και πρωτότυποι αν και ακριβοί) και δεν ξέρω μετά. Δεν έχει καν νόημα να το γράψω στο μπλογκ, αλλά πραγματικά το μόνο που θέλω είναι ησυχία και νταβαντούρι yok.

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Κυνικές σκέψεις τα Χριστούγεννα

Οι φιλόσοφοι όχι μόνο δεν σου λένε πώς να κάνεις αυτό που προτείνουν, μα τις περισσότερες φορές δεν το εφαρμόζουν ούτε οι ίδιοι.

Πιο εύκολα δίνουμε φαγητό σε ένα αδέσποτο, παρά σε έναν ζητιάνο. Είτε γιατί δεν μας νοιάζει είτε γιατί κατά έναν παράδοξο λόγο ντρεπόμαστε.

Συνήθως ξέρουμε τι δεν θέλουμε μην έχοντας την παραμικρή ιδέα το τι είναι ακριβώς αυτό που ζητάμε.

Όταν μας συμφέρει, δεν μας επηρεάζει ή δεν μας απειλεί λέμε πως «έτσι είναι ο κόσμος, τι να κάνουμε;». Όταν η σκιά του μας ακολουθεί λέμε πως είναι άδικο, δεν φταίμε κι αφού δεν φταίμε γιατί να πρέπει να υποστούμε εμείς τις συνέπειες. Η απάντηση εκείνων που η κατάσταση μας τους συμφέρει, δεν τους επηρεάζει ή δεν τους απειλεί λένε «έτσι είναι ο κόσμος, τι να κάνουμε;»

Στο τέλειο σχέδιο έχουν οπωσδήποτε παραλειφθεί κάποιες παράμετροι.

Είναι ανάμεσα στο ΔΝΤ και στην έξοδο από την ευρωζώνη με προσφορά, αν είμαστε τυχεροί, ξένων κρατών, με το αζημίωτο φυσικά. Και στις δύο περιπτώσεις ο κόσμος θα πεινάει. Το ΔΝΤ δεν επιτρέπει να χρησιμοποιήσει η Ελλάδα πλούσια κοιτάσματα, αν έχει, οι ξένες χώρες θα τα θέλουν ως αντάλλαγμα. Είναι κρίμα να πεινάει ο κόσμος, αλλά νομίζω πως πρέπει να σκάσουμε και λίγο. Παραπομπή στο «έτσι είναι ο κόσμος τι να κάνουμε;»

Το να μάθει κανείς τέλεια ανατομία είναι δύσκολο έως πανδύσκολο. Ανατόμοι και όλα δεν τα ξέρουν.

Κάθε φορά που σκάμε από το φαγητό πρέπει να αισθανόμαστε άσχημα, όχι από δυσφορία, αλλά από ντροπή.

Κάθε φορά που νομίζεις πως ικανοποιείς όλες σου τις ανάγκες γεννιούνται καινούργιες. Δεν είναι ηθικά μεμπτό, αλλά χαρακτηριστικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης.

Η ηθική είναι αποτέλεσμα γονιδιακών και κοινωνικών παραγόντων. Το ηθικό σου ίσως να μην είναι δικό μου ηθικό. Κανένας μας δεν κάνει λάθος. Εννοείται πως έναν από εμάς να μη τον συμφέρει. Παραπομπή στο «έτσι είναι ο κόσμος, τι να κάνουμε;»

Όποιος διαβάσει ιστορία θα χάσει πάσα ιδέα που είχε για όλα τα μεγάλα γεγονότα, π.χ. επαναστάσεις. Δεν είναι τα ιδεώδη που κινούν τον τροχό της ιστορίας, αλλά τα μεγάλα συμφέροντα.

Πάντα κάποιος θα είναι από πάνω. Εκατομμύρια χρόνια φυσικής ιστορίας το τεκμηριώνουν αυτό.

Ο κόσμος δεν αλλάζει με ιδεολογίες που πηγαίνουν κόντρα στη φύση του ανθρώπου. Εκτός αν επιβληθούν δια ροπάλου. Δεν διαφέρει σε τίποτα ένα αυστηρό σε νόμους κομμουνιστικό κράτος από την ιερά εξέταση.

Κάτι πάει στραβά με τον κόσμο. Κάτι μας ενοχλεί. Κάτι πρέπει να γίνει. Με αυτή την ενόχληση θα πεθάνουμε.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Σκέψεις

Έχω από τα τέλη Ιουνίου να αναρτήσω οτιδήποτε στο blog και είναι, πράγματι, αρκετός καιρός. Το τελευταίο κείμενο ήταν (για όσους δεν γνωρίζουν) αφιερωμένο στην γιαγιά μου την Ευδοξία που πέθανε τότε και κάπως αλλιώς να την τιμήσω δεν μπορούσα – στην κηδεία δεν κατάφερα να πάω. Μετά ήρθαν οι διακοπές, ήρθε μια επέμβαση κύστης κόκκυγος, πέρασε το καλοκαίρι με μένα να λιώνω στα Τρίκαλα, ήρθε ο Σεπτέμβριος με την εξεταστική του, ήρθε ο Οκτώβριος με το καινούργιο εξάμηνό του και μία ευχάριστη παρουσία που δεν είναι καμία άλλη από τη φίλη φίλη φίλη μου Εύη. Αν το καλοκαίρι χαρακτηριζόταν από έλλειψη εμπειριών και έμπνευσης, το φθινόπωρο (ο θεός να το κάνει με το κλίμα άνοιξης που επικρατούσε μέχρι και πριν λίγες μέρες) χαρακτηρίστηκε από αίσθημα αγάπης και αποδιοργάνωση του προγράμματος μου (εκείνο το πρόγραμμα που έβλεπα σειρές, έκανα κραιπάλες και έγραφα που και που εδώ)! Η αλήθεια είναι πως ελάχιστα έως καθόλου με νοιάζει το τελευταίο (τέτοιες αποδιοργανώσεις μακάρι να τις παθαίνουν όλοι), αλλά το αρνητικό αποτέλεσμα είναι πως το blog έπιασε αράχνες. Δεν ξέρω ποιοι και πόσοι το παρακολουθούν (μόνο για ελάχιστα άτομα μπορώ να είμαι σίγουρος), αλλά ζητώ συγγνώμη για την καθυστέρηση ανάρτησης κειμένου. Θα μου πείτε: «Ναι, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε το βράδυ από τη στεναχώρια» και θα έχετε δίκιο, αλλά ένα συγγνώμη πιστεύω πρέπει να το πω.
Τώρα, όσον αφορά, το Biology of a Simple Life θα συνεχιστεί κανονικά. Το επόμενο «κεφάλαιο» το έχω αρχίσει δύο με τρεις φορές και το έχω σβήσει πάλι. Αλλά η ιστορία θα συνεχιστεί κανονικά και υπόσχομαι (σε σας τρία τέσσερα άτομα που παρακολουθείτε αυτό το blog) να αναρτήσω τη συνέχεια σύντομα.

Τον τελευταίο καιρό καταγίνομαι με το πτώμα στη σχολή που όλοι οι μπάσταρδοι αγχωτικοί έχουν πέσει με τα μούτρα πάνω και δεν σε αφήνουν να μελετήσεις. Βρήκα ευκαιρία και έκανα μια επανάληψη σήμερα και δεν μου πήρε πάνω από 10 λεπτά. Τι στο καλό κάνουν 4 ώρες βλέποντας τα ίδια και τα ίδια δεν μπορώ να καταλάβω. Και είναι πρόοδος και ρωτάνε τα πιο χτυπητά, το ξέρουν και πάλι συνεχίζουν. Δεν θα ρωτήσουν κάποιον παράξενο μυ (ή και κανέναν) γιατί το μάθημα είναι για αγγεία και νεύρα (άντε και λίγο σπλάχνα), αλλά εκείνοι συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν απ’έξω τους μυς της κνήμης. Και, οκ, να τα κάνουν και να διαβάζουν υπερβολικά με χίλιες επαναλήψεις σπίτι τους, αλλά όχι να είναι συνέχεια πάνω από το πτώμα! Υπάρχουν παιδιά που δεν τα έχουν δει καλά, άλλοι που δεν τα έχουν δει σχεδόν καθόλου κι εκείνοι που τα ξέρουν, αλλά έχουν αγχωθεί είναι όλη την ώρα πάνω και το παίζουν ιστορία αν τους πεις να κάνουν πέρα. Και ο «πέμπτος» (ένας μαλάκας που στο πρώτο έτος συστηνόταν με το καλημέρα ως εκείνος που πέρασε πέμπτος στη σχολή λες και ένοιαξε κάποιον άλλο πέρα από τη μάνα του) που κάθεται όλη την ώρα και δεν αφήνει άλλον να δει να πάει να εξεταστεί πρώτα σε ένα από τα άλλα δύο (η αφεντιά μου ξέρει στο χαλαρό να δείχνει τα στοιχεία και στα άλλα δύο) και μετά να πάει επισήμως να γαμηθεί.
Δεν είναι θέμα εξυπνάδας, αγαπητοί αναγνώστες, είναι θέμα να κοιτάξεις κάτι και να θυμάσαι που είναι και πως το λένε. Επικουρικά διαβάζεις και τη θεωρία και τον άτλαντα του Netter. Δεν είμαι τέρας εξυπνάδας. Απλά αν μου πεις (και σε όποιον να πεις) αυτό είναι το φρενικό νεύρο και είναι εδώ πέρα και το πιάσω και το δω άλλες δυο φορές για μισό δευτερόλεπτο τη φορά θα το θυμάμαι! Κι αν ξέρεις τη θεωρία, ακόμα κι αν δεν είσαι σίγουρος, ξέρεις που να ψάξεις. Και μαντέψτε. Συνήθως το βρίσκεις! Οπότε να πάνε να γαμηθούνε.

Δεν έχω κάποιο σχόλιο να κάνω, δεν κάνω κάτι άλλο πέρα από το να ασχολούμαι με το πτώμα αυτή την εβδομάδα και τη φίλη φίλη φίλη μου τον τελευταίο καιρό. Ακόμα και στο msn και facebook λίγο μπαίνω πλέον («καθόλου» ακούγεται μια φωνή στο βάθος), αλλά θα μπω σε σειρά που θα πάει!

Άντε, αν και αργά, καλή καινούργια σεζόν του blog και ευχαριστώ που το διαβάζετε!

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

Το λιγότερο

Κοιτούσαν τον ήλιο από τον λόφο. Ήταν πρωί – ξημέρωνε. Οι πορτοκαλιές αχτίδες του θώπευαν το πρόσωπό τους, έστρωναν πέπλο της φωτιάς πάνω στο πράσινο χορτάρι, έδιναν ζωή στα κοιμισμένα λουλούδια. Δροσερό αεράκι άρχισε να φυσάει, από εκείνα τα όμορφα που εκτιμούνται μόνο ζεστές μέρες και το θρόισμα των φύλλων ξύπνησε το μεγάλο δέντρο που με τα κλαδιά του σκέπαζε όλη την πλαγιά, σκέπαζε την πρασινάδα, δρόσιζε τα έντομα και τα πουλιά που κούρνιαζαν πάνω και κάτω του, δρόσιζε κι εκείνους.
Η θέα, εικόνα παραμυθιού. Δέντρα καταπράσινα, ασάλευτα σαν τον στρατιώτη έστεκαν αριστερά και δεξιά, με τις ρίζες τους καρφωμένες στη γη διαπερνώντας τον γκρίζο βράχο. Ανάμεσα τους καμαρωτό και γαλήνιο ένα αφριστό ποτάμι με νερά γάργαρα, νερά κελαριστά και μπλε.
«Είναι ωραία, δεν είναι;», ρώτησε.
«Είναι πολύ ωραία», απάντησε εκείνη.
«Θα σε ξαναδώ;», έριξε την ερώτησή του χωρίς να πάρει τα μάτια του από τα θαύματα μπροστά του. Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της.
«Δεν ξέρω. Μπορεί.»
«Γιατί φεύγεις;»
«Γιατί ήρθε η ώρα να φύγω. Και τι ώρα! Πιο όμορφη δεν θα μπορούσε να ήταν η φύση. Καλύτερη ώρα και να θες δεν βρίσκεις.»
«Θα μας λείψεις.»
«Κι εμένα θα μου λείψετε, αλλά ήρθε η ώρα.»
Πέρασαν μερικά λεπτά χωρίς να μιλάνε, χωρίς να κοιτιούνται. Κοιτούσαν την πλάση, κοιτούσαν μέσα τους.
«Σου άρεσε, εδώ;»
«Ήταν πολύ ωραία.»
«Ευχαριστήθηκες;»
«Δεν μεγάλωσα; Δεν έζησα; Δεν χόρτασα; Δεν γέννησα; Δεν ανέθρεψα; Δεν ένιωσα; Δεν δίδαξα; Δεν αγάπησα;»
«Ναι.»
«Ε, τότε, λοιπόν, ευχαριστήθηκα και με το παραπάνω.»
Σηκώθηκε. Σηκώθηκε κι εκείνος. Έκανε να φύγει μα ήθελε κάτι να της πει, κάτι τελευταίο, κάτι, μα δεν ήξερε τι. Μερικά πράγματα δεν χωράνε σε αράδες.
«Θα κλάψεις;», τον ρώτησε.
«Δεν μου έρχεται.»
«Δεν χρειάζεται.»
«Και τι να κάνω για να δείξω την αγάπη μου;»
«Γράψε μια ιστορία σαν κι αυτή», χαμογέλασε, «γράψε μια ιστορία σαν κι αυτή και κάνε με αθάνατη», κι έφυγε.

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Biology Of a Simple Life (part 10)

Ο στρατός είχε ιδρύσει μία νέα μονάδα μαχητικών αεροπλάνων, την Opera 4. Τέσσερεις άριστοι πιλότοι με αξιοζήλευτες γνώσεις μουσικής οδηγούσαν από ένα αεροπλάνο τελευταίας τεχνολογίας με τη διαφορά πως ενώ τα άλλα έχουν πάνω τους ό,τι μπορεί να έχει ένα αεροπλάνο που ειδικεύεται στο να καταστρέφει άλλα αεροπλάνα, εκείνα είχαν επιπλέον ειδική συσκευή αναπαραγωγής ψηφιακών ηχητικών κυμάτων μέσα από μεγάφωνα που προσαρμόζονταν στα φτερά τους. Κοινώς, κάτι σαν mp3 player. Υπήρχαν και τα ειδικά Opera Deluxe Edition με πικ απ αντί για mp3 έτσι ώστε να ικανοποιούν το αίτημα του εχθρού να πεθάνει από μερακλή πιλότο-λάτρη της μουσικής.
Είναι παράξενη ιστορία πως αυτή η μονάδα προέκυψε στον στρατό. Λέγεται πως ο ανώτατος μηχανικός αεροσκαφών εκεί που έπινε ένα βράδυ με έναν από τους στρατηγούς δυνατή ρακί, ουίσκια και λικέρ με φράουλες άρχισε με δάκρια στα μάτια να διηγείται πως μικρός του άρεσε η όπερα, αλλά ο πατέρας του την θεωρούσε gay – οπότε αυτή η μουσική απαγορευόταν στο σπίτι τους. Ο στρατηγός τότε έπιασε το χέρι του ανώτατου μηχανικού και του είπε με μάτια που γυάλιζαν από έμπνευση και μέθη πως αρκετές φορές ονειρεύτηκε πως χορεύει με κάποιον όμορφο, καλλιεργημένο σύντροφο κάτω από τη μεθυστική σχεδόν μουσική της όπερας που θα έβγαινε από μαχητικά αεροπλάνα, ενώ αυτά θα πετούσαν χαριτωμένα από πάνω τους. «Τι όμορφο θέαμα!», αναφώνησε τότε ο ανώτατος μηχανικός και σηκώθηκαν και οι δυο από τις καρέκλες. «Αν φτιάξω τέτοια αεροπλάνα;», ρώτησε. «Τότε θα μου μένει να βρω έναν όμορφο, καλλιεργημένο σύντροφο», είπε ο στρατηγός. «Αν και δεν νομίζω πως χρειάζεται να ψάξω μακριά», ψιθύρισε. Τα χείλη τους πλησίασαν και το απαλό άγγιγμα μετατράπηκε σε μονομαχία των γλωσσών τους. Το χέρι του ανώτατου μηχανικού γράπωσε τον γλουτό του στρατηγού με ένα επιφώνημα λαγνείας.
Την επομένη η απόφαση για να κατασκευαστούν τέτοια αεροπλάνα περιλαμβανόταν ανάμεσα στα πορίσματα μιας παράνομης σχεδόν, μυστικής, έντονης, εξαντλητικής… σύσκεψης.

- Να πάρει και να με σηκώσει!, αναφώνησε ο Eric Coli κοιτώντας μια οθόνη δίπλα στο τιμόνι του ζέπελιν.
- Τι έγινε;, ρώτησε ο Τζέηκομπ
- Μόλις είδα στο internet πως ακυρώθηκε το αγαπημένο μου show στην τηλεόραση!
- Θα έπαιρνα όρκο πως θα έλεγες κάτι για μαχητικά αεροπλάνα που μας κυνηγάνε.
- Για να δω… α, ναι, όντως έχουμε 4 από πίσω. Χα, κοίτα να δεις σύμπτωση!...

Τα Opera ακολουθούσαν με ταχύτητα το ζέπελιν από πίσω, σχηματίζοντας τέσσερεις παράλληλους στίχους. Ξαφνικά τα δύο ακριανά, αριστερά και δεξιά, άρχισαν να απομακρύνονται στα πλάγια αναπτύσσοντας ταχύτητα ενώ το τρίτο από δεξιά αεροπλάνο άρχισε να χάνει ύψος. Σε 2 λεπτά ήταν προφανές τι σχεδίαζαν να κάνουν. Το αεροπλάνο που είχε χάσει ύψος είχε αναπτύξει ταχύτητα και διέσχισε τον κάτω εναέριο χώρο του ζέπελιν ώστε να βρεθεί μπροστά του, ενώ τα δύο ακριανά το είχαν πλευρίσει από τα δύο πλάγια. Με λίγα λόγια, τους είχαν περικυκλώσει.

- Μας έχουν περικυκλώσει!, αναφώνησε ο Τζέηκομπ.
- Όχι, ακριβώς, παρατήρησε ο κύριος Lamarck. Δηλαδή, ναι, μπορείς να θεωρήσεις πως κάθε ένα αεροπλάνο αποτελεί το τελικό σημείο διάμετρο κύκλου κι αν φέρουμε δύο νοητές διαμέτρους κάθετες μεταξύ τους τότε όντως μπορεί να φανταστεί κανείς πως σχηματίζουν κύκλο. Αλλά προσωπικά προτιμώ ρόμβο.
- Είσαι τρελός!, φώναξε ο Τζέηκομπ. Ήθελα να στο πω και πριν που έλεγες μαλακίες ότι θες να σκοτώσεις τον θεό, αλλά δεν το έκανα από ευγένεια. Είσαι τρελός, όμως!
- Κι εσείς τυχερός που δεν νευριάζω εύκολα με ανοησίες, πέταξε ο κύριος Lamarck. Αχ, αυτή η νεολαία σήμερα, δεν εκτιμά την αληθινή περιπέτεια.
- Τι νεολαία! Είμαι 35! Και, διάολε, αν δεν μας σκοτώσουν αυτά τα μαχητικά τότε θα πάμε σίγουρα φυλακή για όλη μας τη ζωή!
- 35 και καθηγητής πανεπιστημίου;
- Είχε την έδρα ο πατέρας μου.
- Α. Κύριε Coli, τι μπορούμε να κάνουμε για να αποφύγουμε το θάνατο ή μοίρα χειρότερη από αυτόν;
- Μπορούμε να πολεμήσουμε τα αεροπλάνα. Έχουμε καναδυο οπλάκια στο ζέπελιν αν θυμάστε. Ή μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή την καινούργια τεχνολογία που ενσωματώσαμε, ξέρετε, το σχέδιο Ναυτίλος.
- Α, ναι, ναι… κύριε Wilkins, τι λέτε να κάνουμε;
- Σχέδιο που δεν έχετε δοκιμάσει και το λένε Ναυτίλος;
- Ναι.
- Οπλάκια;
- Οπλάκια, κύριε Coli;
- Φλωγοβόλο, κύριε Lamarck.
- Λοιπόν, τι λέτε κύριε Wilkins;
- Φλωγοβόλο σε ζέπελιν; Που λειτουργεί με υδρογόνο το μπαλόνι του; Αχ… Τον Ναυτίλο.
- Τον Ναυτίλο, κύριε Coli.
- Πάτησα είδη το κουμπί, κύριε Lamarck. Το φλωγοβόλο ήταν όντως ηλίθια ιδέα.
- Και τώρα τι θα γίνει;, ρώτησε ο Τζέηκομπ.
- Τώρα περιμένουμε να αποκοπεί το μπαλόνι από το σώμα του ζέπελιν.
- Τι;!!!


- Ανοίξατε πυρ!, μίλησε στο μικρόφωνο ένας πιλότος. Πάτησε το play σε μία συσκευή δίπλα στο τιμόνι και μία σοπράνο άρχισε να ηχεί σε όλο τον ουρανό γύρω του.
- Αχ, λατρέυω αυτή τη μουσική, ακούστηκε ο πιλότος του δεύτερου Opera. Είναι σχεδόν μαγική.

Και ήταν σχεδόν μαγική. Σχεδόν μαγική όπως μια μουσική μπορεί να είναι. Σχεδόν μαγική, όπως σχεδόν μαγική έκανε την εικόνα των αεροπλάνων να έχουν περικυκλώσει (ή περιρομβώσει) το ζέπελιν. Τα μαχητικά άρχισαν να ρίχνουν μεταλλική φωτιά.


Το ζέπελιν τραντάχτηκε.
- Τι γίνεται;, ρώτησε ανήσυχα ο Τζέηκομπ.
- Άσκοπη ερώτηση, θα σας έλεγα έτσι κι αλλιώς, απάντησε ήρεμα το Eric Coli. Πυροβόλησαν το μπαλόνι και το τρύπησαν. Χάνουμε ύψος.
- Και πως είσαι τόσο ψύχραιμος;
- Έτσι κι αλλιώς αποκοβόμαστε από το μπαλόνι σιγά σιγα. Αυτό είναι το σχέδιο. Θα ανησυχούσα αν μα έριχναν κάτι το πύρινο κι έπαιρνε φωτιά το υδρογόνο που βγαίνει από το μπαλόνι.


Ακούστηκε μία τσιρίδα ενός όπλου ανάμεσα στο ντουέτο των τραγουδιστών της όπερας που ακουγόταν τώρα.

- Και μόλις έπιασε φωτιά το υδρογόνο. Σε 5,4,3,2,1…
- Αποκοβόμαστε από το μπαλόνι;!
- Όχι, ανατινάσεται το υδρογόνο.


Ήταν σχεδόν μαγικό το θέαμα. Η ορχήστρα να σολάρει και, να!, μπαίνει ξανά η σοπράνο να εντυπωσιάσει και τόσο δυνατή και ωραία ήταν η φωνή της που φάνηκε σα να προκάλεσε εκείνη την έκρηξη στον αέρα. Η κινούμενη εικόνα έγινε αργή. Οι φλόγες έγλυφαν τα σύννεφα κι ένα πύρινο σώμα ενός ζέπελιν άρχισε να πέφτει προς τη θάλασσα. Έπεσε, για μια στιγμή φάνηκε σα να επέπλεε, αλλά τελικά νίκησε την άνωση και βυθίστηκε στα μαύρα νερά του ατλαντικού.

- Αποστολή εξετελέσθη, μίλησε στο μικρόφωνο ο πιλότος του Opera 1.
- Μπράβο, μονάδα Opera. Τώρα επιστρέψτε αμέσως στη βάση γιατί ένας στρατηγός μας δήλωσε πως θέλει να χορέψει ενώ εσείς θα κάνετε χορευτικές μανούβρες.
- Γιατί;
- Don’t ask, don’t tell.
- Να πάρει!
- Τι έγινε;
- Κοίταξα μόλις τώρα στο internet. Ακυρώθηκε το αγαπημένο μου show στην τηλεόραση.

Η σοπράνο συνέχιζε να τραγουδάει.

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Σκέψεις πάνω στις τελευταίες οικονομικές εξελίξεις

H αλήθεια είναι πως έχω μπερδευτεί. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω και δεν ξέρω αν θέλω να ξέρω.

Έχουμε και λέμε.

Τα ΜΜΕ μου δίδαξαν ότι:
Η Ελλάδα είναι χρεωμένη. Φταίνε οι πολιτικοί μετά την μεταπολίτευση και, φυσικά, οι Έλληνες που τους ψήφιζαν, όχι γιατί τους πίστευαν, αλλά γιατί ήθελαν να κερδίσουν κάτι προσωπικά – κάτι που ο πολιτικός το έταζε και καμιά φορά το έκανε πραγματικότητα (aka ρουσφέτι).
Οι πολιτικοί έκλεβαν, η Ελλάδα δανειζόταν όλο περισσότερα για να τα βγάλει πέρα, οι πολιτικοί πάλι έκλεβαν, αντί να δώσουν τα λεφτά αυτά για αναπτυξιακή πολιτική.
Ο λαός τα έξινε, γιατί α) είχε την υπέροχη ρουσφετολογική σχέση με την κυβέρνηση β) απλά δεν το έψαχνε το ζήτημα. Κάπου εδώ να πω πως εξαιρώ από το λαό που τα έξινε όποιον πιστεύει πως αντιτασσόταν στα ρουσφέτια κτλ. Δεν μπορώ να τους βάλω όλους στο ίδιο σακί και θα έχει δίκιο όποιος αισθάνεται αδικημένος τώρα.
Συμπέρασμα: Η Ελλάδα ξόδευε πιο πολλά από όσα παρήγαγε. Μαθηματικά αυτό οδηγεί στη σημερινή κατάσταση.

Κανένα κράτος δεν ήθελε να μας δανείσει, γιατί δεν ήθελε να πληρώσει τον διαχρονικό οχαδελφισμό μας. Είπαμε θα το κάνουμε μόνοι μας, με σχέδιο ανάκαμψης, αλλά με τα σχόλια των πολιτικών μας και τους αριθμούς δεν πείθαμε τους ξένους επενδυτές. Κάπου εδώ έρχεται το ΔΝΤ και μας λέει «αφού δεν σας δανείζει κανένας και δεν επενδύει κανένας, γιατί δεν σας εμπιστεύονται, θα σας βοηθήσω εγώ. Θα σας δανείσω, θα σας υποβάλω σχέδιο ανάκαμψης και φυσικά αποπληρωμής του δανείου που θα σας δίνω, αλλά για να είμαι σίγουρος πως δεν θα κοροιδέψετε κι εμένα θα σας επιβλέπω. Το σχέδιο ανάκαμψης θα είναι επώδυνο για να ανακάμψει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα η ελληνική οικονομία» Ρωτήσαμε αν δεν συμφωνήσουμε τι θα γίνει. Μας απάντησαν πως η Ελλάδα θα πτωχεύσει.
Συμπέρασμα: Το ΔΝΤ είναι η μόνη λύση, όσο κι αν δεν το θέλουμε. Το πάρτυ τελείωσε, σφίξτε τα ζωνάρια και πιάστε δουλειά και θα κάνετε 30 χρόνια να δείτε ξανά χαλαρές μέρες.

Ακούω μετά την άλλη άποψη, όχι πολύ τεκμηριωμένη, βέβαια, αλλά ήταν μία άλλη άποψη.

Δεν χρειάζεται να προσφύγουμε στο ΔΝΤ. Δεν είναι η μόνη λύση!
Τι να κάνουμε;, ρώτησα απορημένος.
«Θα τους πούμε «πάρτε τα @@ μας» και θα φύγουν. Θα γυρίσει η Ευρωπαική Ένωση και θα μας πει τι σκατά νομίζουμε πως κάνουμε και θα τους πούμε «πάρτε τα @@ μας κι εσείς» και θα φύγουμε από την Ευρωζώνη.»
Ναι, αλλά θα πάρουμε δραχμή. Θα μας την υποτιμήσουν. Πάλι χρωστάμε, πάλι θέλουμε επενδύσεις, σχολιάζω.
«Θα μας δανείσουν άλλα κράτη, όπως η Ρωσία και η Κίνα. Θα κάνουμε επενδύσεις στο εσωτερικό. Θα φορολογήσουμε το μεγάλο κεφάλαιο, εκκλησία, εθνικοποίηση των τραπεζών. Δεν θα έχουμε το βραχνά του ΔΝΤ στο κεφάλι μας. Ο Λαζόπουλος είπε μάλιστα πως η Τουρκία είπε στο ΔΝΤ να πάρει τα @@ τους και κάτι έκανε με το δημόσιο και τις εσωτερικές επενδύσεις και πάει καλά.»

Μετά έμαθα πως λειτουργεί το τραπεζικό σύστημα από το Zeitgeist – Addendum, που δεν βρήκα κάποια κριτική που να λέει πως παραπληροφορεί για το συγκεκριμένο ζήτημα τουλάχιστον. Δείτε την ταινία. Ουσιαστικά με το ΔΝΤ βοηθάμε τις ξένες τράπεζες να κερδίσουν λεφτά και οι πλούσιοι να γίνουν πουσιότεροι.

Και μετά διάβασα την συγκεκριμένη ανάρτηση από το blog troktiko:
http://troktiko.blogspot.com/2010/05/blog-post_3987.html

Οπότε είναι ένα συνδυασμός πολιτικής διαφθοράς, τραπεζικής διαφθοράς και μαλακίας δικιάς μας που όχι μόνο το ανεχόμασταν τόσο χρόνια, αλλά μεγάλο ποσοστό από εμάς μένει ακόμα μέσα στα σπίτια του και δεν κάνει τίποτα. Σωπαίνει.

Εντάξει δεν θα σας κρίνω. Ίσως να είμαι εγώ υπερβολικός και να ζητάω πολλά. Ίσως να έχω κάποιο σύνδρομο του μεσσία και να θέλω να μπορώ να σώσω τον κόσμο όλο, όταν προφανώς δεν εξαρτάται μόνο από εμένα. Αλλά δεν ξέρω αν κάνω και τίποτα από το λίγο που μου αναλογεί να κάνω.

Θα κρίνω εμένα, λοιπόν. Ντροπή μου.

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Biology Of a Simple Life (part 9)

Ο Tony ήταν ένα μικρό ψάρι. Δούλευε στα εργοστάσια καθαρισμού δοντιών από καρχαρίες, όχι καμιά σπουδαία δουλειά, αλλά τουλάχιστον μπορούσε να απολαύσει όλα εκείνα τα δικαιώματα ενός τυπικού εργαζόμενου, δικαιώματα που άλλα μικρά ψάρια είχαν κατακτήσει με αίμα πριν από αυτόν. Δεν ήθελε πολλά από τη ζωή του ο Tony – η ευτυχία, πίστευε, βρίσκεται στα μικρά πράγματα: ήθελε να μπορεί να δουλεύει ένα σημαντικό ωράριο και να πληρώνεται δίκαια, αμοιβή ανάλογη της ποιότητας και ποσότητας της εργασίας του, ήθελε να αναγνωρίζεται η όρεξη και το φιλότιμο του για περισσότερη ενασχόληση με τη διαδικασία παραγωγής, ήθελε τις διακοπές του, τα δώρα του, την ισοδύναμη αντιμετώπισή του με όλα τα μεγαλύτερα από αυτόν ψάρια. Αυτά και το δικαίωμα στην αγάπη, καθώς και το να μπορεί να κυκλοφορήσει ελεύθερα γυμνός στο σπίτι του. Ο Tony ήταν ένα απλό ψάρι.
Τι να τις κάνει τις πολυτέλειες ο Tony; Ήξερε πως η δύναμη και η εξουσία διαφθείρουν και θολώνουν το μυαλό και οι πολυτέλειες τι άλλο είναι παρά υποκατάστατα δύναμης κι εξουσίας; Απαπα, όχι, όχι, όχι, μακριά απ’τον Tony τέτοια πράγματα! Άλλωστε εκείνος είχα μια μικρή απόλαυση που ίσως ήταν ο μόνος που την είχε βαφτίσει πολυτέλεια. Του άρεσε ο ουρανός! Όταν τελείωνε τη δουλειά, μια και δυο κινούσε κατά την επιφάνεια για να μπορέσει να δει το καταπληκτικό αυτό μπλε πράγμα. Κρυφή του επιθυμία ήταν να πετάξει, αλλά μιας και δεν είχε φτερά, την εξελικτική πίεση και δεν ισχύουν τα τεράστια εξελικτικά άλματα το λιγότερο που μπορούσε να κάνει ο Tony κι αυτό στο οποίο αρκούταν ήταν να κοιτάει τον ουρανό για ώρες. Κι εκείνη την μέρα, 1 Μαΐου, που ο Tony δεν είχε δουλειά για να τιμήσει τα μικρότερα ψάρια που πριν από αυτόν πέθαναν για να μπορεί ο Tony να χαίρεται την απλή του αυτή απόλαυση, δεν βρήκε καλύτερο τρόπο να αποδώσει αυτόν το φόρο τιμής από το να κοιτάξει τον ουρανό.
Του καρχαρία, όμως, του οποίου ο Tony καθάριζε τα δόντια δεν του άρεσε καθόλου αυτή η μέρα. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έπρεπε να αποδώσουν φόρο τιμή σε εργαζομένους χωρίς να εργάζονται. Ήξεραν τι είναι μια μέρα παραπάνω εργασίας, ήξεραν σε τι σημαντικό ποσοστό παραγωγής αντιστοιχεί; Κι αν δούλευαν μόνο εκείνοι κι έπιαναν στον ύπνο την αγορά; Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα τέτοιο μονοπώλιο! Θα μπορούσε καμαρωτός να δείξει πόσο πιο λευκά είναι τα δόντια του στους άλλους μεγαλοκαρχαρίες φίλους του, να κάνει μόστρα, να ικανοποιήσει το υπερδιογκωμένο εγώ του. Δεν ήταν κακό να κάνεις επίδειξη. Είχε γεννηθεί με δύναμη κι εξουσία πάνω στα μικρότερα ψάρια, από τη μέρα που γεννήθηκε δεν αρκέστηκε σε απλές απολαύσεις. Δεν θα αρκούταν τώρα!
Βυθισμένος στις σκέψεις του και νευριασμένος βγαίνει έξω από το σπίτι του να ξεσκάσει μα πιο πολύ να δει τι έκαναν τα άλλα ψάρια όταν δεν δούλευαν. Αλλά δεν είδε σχεδόν κανένα, γιατί, βλέπετε, τα περισσότερα προτίμησαν το δικαίωμα να κυκλοφορήσουν γυμνά στο σπίτι τους, να το κάνουν όσο πιο πολύ μπορούν τώρα, πριν τα ίδια το παραδώσουν σε κάτι τύπους σαν τον πικαρισμένο καρχαρία μας.
Μόνο ένα ψάρι είδε ο καρχαρίας να είναι έξω και μάλιστα κοντά στην επιφάνεια, ένα ψάρι που κοιτούσε τον ουρανό και ποιος ξέρει τι όνειρα έκανε.
Τα μικρά ψάρια που κοιτάζουν τον ουρανό, όμως, ο καρχαρίας το ήξερε καλά, έχουν κολλήσει τον ιό του επαναστάτη. Με το όνειρο να φέρουν τον ουρανό στη θάλασσα απαιτούν, μάχονται και στο τέλος αρνούνται απολαύσεις από τα μεγαλύτερα ψάρια. Ο καρχαρίας έπρεπε να πάρει μια απόφαση γρήγορα. Να αφήσει το μικρό ψάρι επαναστάτη να κοιτάζει τον ουρανό ή πρωτομαγιάτικα να του αφαιρέσει αυτό το δικαίωμα; Κι εδώ ήταν που ο καρχαρίας μας έκανε λάθος. Έβλεπε τον Tony σαν επαναστάτη (πλησιασε) και ξέχασε να τον δει σαν μικρό ψάρι με μικρές απολαύσεις. (άνοιξε το στόμα) Ο Tony την επομένη δεν θα σταματούσε να καθαρίζει δόντια, δεν θα απαιτούσε παραπάνω μισθό ή λιγότερες ώρες εργασίας. Ο Tony είχε ό,τι ήθελε. (Το στόμα κλείνει).
Του Tony απλά του άρεσε ο ουρανός.

Στον καρχαρία άρεσε ο Tony.

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Biology Of a Simple Life (part 8)

Ο κόσμος έβγαινε από την εκκλησία σηκώνοντας τις ομπρέλες τους στον ουρανό, κυρίως γιατί έβρεχε, ίσως και γιατί πολύ τους είχε δει ο θεός και σήμερα. Το αργό περπάτημα και οι ευχές στην πόρτα μετατρέπονταν σε τρέξιμο προς τα αυτοκίνητα και τα κοντινότερα ταξί και λεωφορεία.
Ο Τζον Χοκ, όμως, δεν βρισκόταν ανάμεσά τους. Αντιθέτως, ήταν ακόμη μέσα στο ναό, γονατιστός, ευγνώμον για την ησυχία που, επιτέλους, επικρατούσε. Άλλη μία λειτουργία της Κυριακής είχε φτάσει στο τέλος της και με τον κόσμο να φεύγει μπορούσε πλέον να κάτσει και να προσευχηθεί με την ησυχία του. Και ήξερε πως αν προσευχόταν με αληθινή πίστη και ευλάβεια ο θεός θα τον βοηθούσε. Άλλωστε, αφιέρωσε όλο το πρωί της Κυριακής να του απαγγέλει τους ωραιότερους ύμνους που σκάρωσε ποτέ ο άνθρωπος – ο θεός είχε υποχρέωση να τον βοηθήσει.
Α, ο Τζον Χοκ… γέννημα θρέμμα της Αμερικής. Πήγε στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς του, τελείωσε το λύκειο, ταυτόχρονα δούλευε στο γκαράζ του πατέρα του, μακαρίτης πλέον, μιας και χρειαζόταν λίγη βοήθεια. Ήταν περήφανος για τα παιδικά του χρόνια. Σχολείο, δουλειά, εκκλησία και μπέιζμπολ κάθε Κυριακή. Ιερή μέρα η Κυριακή. Μέρα κυρίου και μπάλας. Και σαν ενηλικιώθηκε κατατάχθηκε στον αμερικανικό στρατό για να υπηρετήσει την πατρίδα του. Πήγε στο Βιετνάμ, άφησε ένα κομμάτι της ψυχής του και της σάρκας του εκεί, γύρισε. Τον αποκάλεσαν ήρωα, μα εκείνος δεν συγκινούταν από τις λέξεις. Έμεινε στον στρατό για να υπηρετήσει την πατρίδα του, για να αφήσει ψυχή και σάρκα και σε άλλα Βιετνάμ.
Παντρεύτηκε την Στέλλα Χιούιτ, εκείνο το κορίτσι με καμπύλες και ξανθές μπούκλες. Θυμόταν πως κάποτε την είχε ερωτευτεί, αλλά είχε ξεχάσει τι ήταν αυτό που είχε νιώσει. Αλλά πρέπει να την αγαπούσε, σκεφτόταν, γιατί ήταν παντρεμένος μαζί της, ενωμένοι εις σάρκαν μία από τον ίδιο τον μεγαλοδύναμο. Και οι παντρεμένοι, οι ευσεβείς παντρεμένοι, λογικά, είχαν αγάπη. Όχι, σαν αυτά τα νεαρά, επιπόλαια και κολασμένα νέα άτομα που χωρίζουν κάθε τρεις και λίγο. Τί αγάπες που πρέπει να καλλιεργηθούν και φλόγες που πρέπει να μείνουν ζωντανές… δικαιολογίες! Αν είσαι καλός χριστιανός αγαπάς την γυναίκα του, γιατί, έτσι. Ίσως και γιατί πρέπει.
Το παιδί του, ο γιος του, το καμάρι του, πέθανε στο Ιράκ. Αξιώθηκε να πολεμήσει τους κακούς, τα τέρατα που απειλούσαν την Αμερική. Τη μέρα που πληροφορήθηκε το θάνατό του θυμάται πως έπεσε από τα σύννεφα. Αλλά, ταυτόχρονα, τον πλημμύρισε και η συγκίνηση του πατριώτη, του πατέρα που είχε γαλουχήσει το παιδί του με τα υψηλά ιδανικά της πατρίδας. Η γυναίκα του έκλαιγε επί μέρες και δεν έλεγε να παρηγορηθεί που ο γιος της άφησε όχι απλά κομμάτι, αλλά ολόκληρη την ψυχή και τη σάρκα του στο νέο Βιετνάμ. Αλλά είναι γυναίκα και οι γυναίκες δεν ξέρουν από αυτά.
Ο Τζον Χοκ, περήφανος πατριώτης και πατέρας, περήφανος Αμερικάνος και Χριστιανός, ανώτατος στρατηγός του στρατού, επικεφαλής της αποστολής να ανιχνεύσουν τρεις από τους μεγαλύτερους εγκληματίες στον κόσμο που τον απειλούσαν με καταστροφή, εξαιτίας του πανίσχυρου χημικού όπλου που κατέχουν.
Ο Τζον Χοκ ταπεινά σκύβει τώρα το κεφάλι γονατιστός και προσεύχεται, παρακαλάει, απαιτεί από τον θεό να τον βοηθήσει να πιάσουν τους εχθρούς της χώρας του. Δεν θα τον ένοιαζε αν απειλούσαν κάποια άλλη χώρα. Το πολύ-πολύ να οργάνωνε πόλεμο να την σώσει. Το συνηθίζουν οι δικοί του αυτό, άλλωστε. Αλλά, η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή. Απειλούν τον κόσμο, συνεπώς και την καλύτερη χώρα στον κόσμο και αν καταστραφεί η καλύτερη χώρα στον κόσμο, σε τι θα ελπίζει, πλέον, η ανθρωπότητα; Όχι. Η Αμερική είναι το δώρο του θεού στον λαό του. Δεν θα την αφήσει να καταστραφεί. Ο θεός θα τον βοηθήσει.

Το επόμενο πρωί στις 8 καθόταν είδη πίσω από το γραφείο του. Είχε λάβει ένα σημαντικό τηλεφώνημα:
- Είπατε ξέρετε που είναι;
- Τουλάχιστον ο ένας, κύριε!
- Πως το συμπεράνατε;
- Είδαμε με τους στρατιωτικούς δορυφόρους πως κυκλοφορεί ένα ζέπελιν πάνω από τον Ατλαντικό, κύριε!
- Και;
- Και είναι το μοναδικό ζέπελιν πάνω από τον Ατλαντικό εδώ και χρόνια, κύριε! Μάλιστα, καταγραφές των δορυφόρων από προηγούμενες ημέρες έδειξαν πως είναι το ίδιο ζέπελιν που απογειώθηκε από τις φυλακές που φυλασσόταν ο διαβόητος Τζέικομπ Wilkins! Λίγες ώρες μετά την δραπέτευσή του!
- Μα αυτό το ζέπελιν, είχατε πει, εσείς το είχατε πει, απογειώνεται συχνά από εκείνο το μέρος.
- Και;
- Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο.

Ο Τζον Χοκ έκλεισε το τηλέφωνο κι αμέσως πληκτρολόγησε έναν άλλο αριθμό.

- Το κέντρο πληροφοριών μας έδωσε στοιχεία για ένα ύποπτο ζέπελιν.
- Με όλο το σεβασμό, κύριε, αλλά πως γίνεται ένα ζέπελιν να είναι ύποπτο;
- Προσωποποίηση, βλάκα!
- Ή απλά εσείς κάνατε, λάθος.
- Λάθος έκανε η μάνα σου που σε κράτησε, λάθος έκανε ο στρατός που σε έβαλε σε τέτοιο υψηλό πόστο, ηλίθιε! ΕΓΩ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΕΚΑΝΑ ΛΑΘΟΣ.
- … τι λέγατε για ένα ύποπτο ζέπελιν;
- Εκεί επιβιβάζεται τουλάχιστον ένας από τους τρομοκράτες που κυνηγάμε. Ο Τζέικομπ Wilkins, κατά πάσα πιθανότητα. Ετοιμάστε τέσσερα μαχητικά αεροπλάνα. Θα τους αναγκάσουμε να προσεδαφιστούν ή θα τους διαλύσουμε στον αέρα.
- Μάλιστα, κύριε.

Ο Τζον Χοκ ένιωθε μια ευφορία.

- Νόμιζες, παλιοτρομοκράτη μουσουλμάνε Τζέικομπ Wilkins πως θα την γλίτωνες. Νόμιζες πως θα ερχόσουν στη χώρα μου και θα την απειλούσες χωρίς την παραμικρή συνέπεια. Νόμιζες πως οι διάλογοι σε αυτή την ιστορία του blog δεν μπορούσαν να γίνουν πιο κλισέ. Νόμιζες… Τα νομίσματα στην τράπεζα, όμως, κύριε Wilkins, τα νομίσματα στην τράπεζα…
- Κύριε, έχετε ανοιχτό το τηλέφωνο.

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

Έφτασε το καρναβάλι....

Οι απόκριες σταμάτησαν να μου αρέσουν, όταν ακόμη πήγαινα Δημοτικό. Δεν νομίζω πως ήταν κάποια απόφαση πρώιμης ωριμότητας - ήταν, θεωρώ, η μόνη λογική αντίδραση στα ερεθίσματα που έπαιρνα από τη μεγάλη αυτή «γιορτή». Από τα ερεθίσματα που παίρνω τώρα, τh βρίσκω από τις σωστότερες πράξεις μου. Γιατί, λοιπόν, μου τη δίνουν οι απόκριες; Επειδή είναι αυτό που είναι.

Το μασκάρεμα είναι ο βασιλιάς των χαρακτηριστικών της αποκριάς. Εκεί, δηλαδή, που την εξέχουσα θέση θα έπρεπε να κατέχει η αίσθηση της καταβρόχθισης κρέατος για τελευταία φορά μέχρι να φτάσει η λυτρωτική Κυριακή του Πάσχα, την έχουν σφετεριστεί οι μάσκες, οι στολές, τα χρώματα και οι περούκες. Μη σας περάσει από το μυαλό πως νοιάστηκα έστω και για μία στιγμή για τον εξευτελισμό της συγκεκριμένης θρησκευτικής παράδοσης. Απλά δεν βρίσκω το λόγο να συνεχίζουμε να αποκαλούμε αυτή την περίοδο «απόκριες». Είναι σαν τα Χριστούγεννα. Η φάτνη εξαφανίζεται πίσω από τα πολύχρωμα, τεράστια κουτιά με δώρα κάτω από το ακόμα πιο πολύχρωμο και τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Όλοι, λοιπόν, αντί να αγοράζουν κονσέρβες και να γεμίζουν τους ψυγειοκαταψήκτες με λαχανικά και σόγια (για placebo μπιφτέκια) τρέχουν σαν τρελοί κι αλλοπαρμένοι (ίσως έφαγαν σοκολάτα kiss) να αγοράσουν στολές που θα κάνουν γνωστούς και φίλους να τα ζηλέψουν και τους παππούδες να προσευχηθούν να μην πάνε τα παιδιά/εγγόνια τους στην κόλαση, παραφράζοντας τον εσταυρωμένο με την φράση «Συγχώρεσε, τα μαλακισμένα, Κύριε, δεν ξέρουν τι κάνουν».
Οι πρωτοτυπία στις στολές δίνει και παίρνει. Ζορό, καουμπόηδες, ζορό, ινδιάνοι, καουμπόηδες, power rangers, clown, ζώα με υποκοριστικά (τύπου γατάκια, τιγράκια) πλην εξαιρέσεων όπως γομαρογορίλλες, ένας δυο δεινόσαυροι, μάγοι, μάγισσες, κάτι μου λέει φέτος θα έχομε πολλούς λυκανθρώπους και βρικόλακες, στρατιωτικοί, ιππότες, πιλότοι, αστυνομικοί, χειρούργοι (γεμάτοι αίματα – βλέπετε είναι βαρετό να ντυθείς οποιαδήποτε ειδικότητα παθολόγου), πυροσβέστες, νοσοκόμες, οπαδοί ομάδων, καλόγριες, παπάδες και τόσα άλλα που αν κάτσω να καταγράψω όλα δεν θα τελειώσω ούτε αύριο. Μετά έχουμε τα άκρως ρατσιστικά με στολές που βρίθουν από στερεοτυπία, όπως κινέζοι, άραβες, ευρωπαίοι του 17ου αιώνα, γύφτοι, τσιγκάνοι (με χαρακτηριστικό στερεοτυπικό γνώρισμα το ντέφι και τα βρόμικα ρούχα). Τέλος, έχουμε, ναι, την στολή, γυναίκα. Φαίνεται πως το μεγαλύτερο ποσοστό των αντρών έχει άχτι να ντυθεί γυναίκα. Και μάλιστα γυναίκα παραλίας (a.k.a τσούλα) με το τριχωτό μπούτι, την μπυροκοιλιά και το ψεύτικο (τριχωτό επίσης) μπούστο έξω. Μερικοί φτάνουν στο σημείο να φορέσουν και ψηλοτάκουνα, προφανώς, για να πείσουν περισσότερο.
Πιο κομψές είναι οι «στολές» που έχουν δυο-τρία αξεσουάρ. Τις δεν-ξέρω-κι-εγώ-τι-τους-βρίσκουν κεραίες, φωτοστέφανα, κόκκινα κερατάκια, δόντια δράκουλα, μαλλιά βαμμένα με σπρέι, πιπίλες συνοδευόμενες με νάζι από τα λυκειοκόριτσια και σχόλια τύπου «who’s your daddy?» από ανώριμα, βλαμμένα, με υψηλή λίμπιντο αγόρια (ηλικίας χ χρονών, χε (15, +00)). Και φυσικά δεν λείπουν τα πιο οικονομικώς προσιτά σχέδια στο πρόσωπο, τύπου tribal/καρδούλες/αστεράκια στα μάτια και γενικά προφίλ άποψη του προσώπου των κοριτσιών και ηλίθια μουστάκια και γένια στα αγόρια (γιατί;!).

Εκ δεξιών των στολών, κάθονται μαζί οι δύο αχώριστοι φίλοι, σερπαντίνες και κομφετί με τον πιστό του υπηρέτη, τον αφρό. Και δεν αντιλέγω, οι σερπαντίνες τα σπάνε. Όταν, βέβαια, τις φυσάς σωστά τα σπάνε και το pointless σπειροειδές χαρτί πετάγεται με χάρη σαν πίδακας pointless σπειροειδούς χαρτιού στον αέρα. Αλλιώς, ξενερώνεις. Αλλά με αυτά που ξενερώνεις ΠΑΝΤΑ είναι τα κομφετί. Απορώ ποιος είχε την φαεινή ιδέα να δημιουργήσει κομφετί, τα πιο διαβολικά μικρά πραγματάκια στον κόσμο! Δεν θες να τα πάρεις και να τα πετάξεις, δεν θες να στα πετάξουν, δεν θες να τα πατήσεις, και, ο τρόμος των τρόμων, δεν θες να τα καθαρίσεις! Κι ο αφρός, αυτό το άχρηστο, αλλά ωραίο για να κυνηγήσεις δυο-τρεις φίλους σου που τάχα δεν θέλουν να τους ρίξεις, αλλά δεν τρέχουν αρκετά γρήγορα επίτηδες γιατί ξέρουν ΠΩΣ ΒΓΑΙΝΕΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝ ΝΑ ΘΕΛΕΙ ΠΛΥΣΙΜΟ, προιόν αν συνδιαστεί με ένα σωρό από σπειροειδή κι σημειακά χαρτιά μπορεί κάλλιστα να γίνει το καλύτερο προσάναμα. Και παίζουν μικρά παιδιά με αυτό. Βέβαια, τα μικρά παιδιά δεν παίζουν με σπίρτα κι αναπτήρες θα μου πείτε – δεν καπνίζουν, βρε αδερφέ, τι να τα κάνουν έξω;

Να χρησιμοποιήσουν το τρίτο πρόσωπο του δράματος που λέγεται απόκριες και καρναβάλι, δηλαδή… εκρηκτική ύλη! Ναι, το καλύτερο πράγμα στον κόσμο, οι καταστηματάρχες πουλάνε στα παιδιά ουσίες που οξειδώνονται πολύ εύκολα και με μεγάλη ένταση με λίγα μόνα kilojoule θερμότητας (κάνουν μπαμ με σπινθήρες)! Γιατί εσύ δεν πέταξες; Εσύ δεν έριξες; Εσύ δεν άναψες; Άναψα και σαν χαζό κι εγώ αισθάνθηκα εκείνο το προγονικό αίσθημα άγριας ικανοποίησης λες και είχα ανακαλύψει τη φωτιά και τον πραγματικό τρόπο που μπορείς να κάνεις παιδιά. Ω, είμαι σίγουρος πως αν ξανάριχνα τώρα δυναμητάκια (τα μαύρα είναι τα πιο ισχυρά!), σκορδάκια και λοιπές μαλακίες θα αισθανόμουν το ίδιο για μια στιγμή. Για μία, όμως, Μετά θα αισθανόμουν ηλίθιος. Δεν είναι πως έχω χάσει τις ίδιες απολαύσεις που είχα μικρός, τώρα που μεγάλωσα λίγο (κι έχω χάσει πολλές, βλέπε toys), είναι πως το να πετάς αριστερά και δεξιά δυναμιτάκια και να τρέχεις σαν παλαβός γελώντας γιατί άκουσες ένα μπαμ ΕΙΝΑΙ ΗΛΙΘΙΟ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑ 10ΧΡΟΝΟ.
Και σα να μην έφτανε αυτό, έχεις πέντε γυναίκες, όταν είσαι έξω να τσιρίζουν στον ήχο της κάθε κροτίδας. Εντάξει, στην πρώτη – είχαν καιρό να ακούσουν. Αλλά αυτή την περίοδο η συχνότητα του συγκεκριμένου θορύβου είναι 1 μπαμ κάθε 5 +/- 3 λεπτά, γιατί επιμένουν να ξαφνιάζονται; Ή έχουν τικ ή έχουν μνήμη χρυσόψαρου.

Και τι μας έλειπε για να συμπληρωθεί η αγία τετράδα; Η λάτιν μουσική! Στην σπάει κι αυτή; Αφού είναι ανεβαστική και κατάλληλη για διασκέδαση και χορό! Ναι, θα συμφωνήσω πως είναι. Θα συμφωνήσω ακόμη περισσότερο μάλιστα όταν την χρησιμοποιούν στο Ρίο με γυμνές Βραζιλιάνες να λικνίζονται στους ρυθμούς της. Αλλά η λάτιν μουσική είναι εκείνο το ενοποιητικό στοιχείο της όλης υπόθεσης. Πάρε μόνο τις στολές και απλά βλέπεις μασκαρεμένους στο δρόμο να κοιτάνε αν τους κοιτάνε για να ανέβει κατά κάποια παράδοξο τρόπο η αυτοεκτίμησή τους, πάρε μόνο τα χαρτιά και τον αφρό κι έχεις απλά χαρτιά και αφρό, πάρε τα δυναμιτάκια κι έχεις απλά θόρυβο. Αλλά συνδύασε τα όλα μαζί και βάλε και λάτιν μουσική. Τότε έχεις μασκέ πάρτυ! Που είναι ακριβώς το ίδιο με το χαμό που γίνεται στα club, μόνο που φοράς μάσκες, η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική από τον καπνό, το πάτωμα γλιστράει από τα χαρτιά και ακούς λάτιν αντί για akon. Και όσες φορές πήγα σε club δεν ξέρω αν σιχάθηκα τη ζωή μου ή τη ζωή των άλλων. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορώ να διασκεδάσω μόνο αν έχω πιει.

Ωραία, λοιπόν, είδαμε γιατί δεν μου αρέσουν οι απόκριες. Αλλά, τι πειράζει να διασκεδάζεις και να ξεδίνεις που και που; Τι πειράζει να κάνεις ένα διάλειμμα κι από την ψυχαγωγία ακόμη και να κανιβαλιστείς (στην διόρθωση στο word μου έχει την λέξη «καρνιβαλιστής». Ή είναι τυχαίο ή το word όχι μόνο έχει νοημοσύνη, αλλά ξέρει και υποτακτική στην καθαρεύουσα) μόνο όπως εσύ ξέρεις; Και θα απαντήσω, δεν πειράζει. Ίσως εγώ απλά να είμαι υπερβολικός. Αλλά, αλήθεια, σας έχει λείψει τόσο πολύ η διασκέδαση; Τόσο πολύ θέλετε να ξεδώσετε; Τα παιδιά της ηλικίας μου τουλάχιστον κάθονται και τα ξύνουν όλη μέρα, βγαίνουν έξω όλη μέρα και το μεγαλύτερο ποσοστό έχει ως κύρια πηγή διασκέδασης τα club και τα πάρτυ. Από τι θα ξεσκάσουν, από τι θα ξεφύγουν τις απόκριες; Το μόνο από το οποίο ξεφεύγουν είναι η ρουτίνα της διασκέδασης χωρίς μάσκες. Κι αυτό πάλι παίζεται. Μήπως δεν φοράμε μάσκες καθημερινά, ακόμα κι ανάμεσα σε φίλους πολλές φορές; Μήπως δεν γινόμαστε καρνάβαλοι στα μάτια των άλλων σε πολλές πτυχές τις ζωής μας; Και, τώρα που το σκέφτομαι, μήπως ντυμένοι τις απόκριες αποκαλύπτουμε περισσότερα για τον εαυτό από κάθε άλλη φορά;

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Biology Of a Simple Life (part 7)

Στη γέφυρα ο κύριος Lamarck έπαιζε γκολφ και ο Eric Coli ασχολούταν με την πλοήγηση του αερόπλοιου. Ίσως, κάπου εδώ, δίκαια θα απαιτήσετε κάποια περιγραφή της γέφυρας. Πολύ ωραία, λοιπόν. Ήταν ένα μεγάλο γκρι δωμάτιο με πολλά μηχανήματα.

- Δεν θα έπρεπε να είχατε μεγαλύτερο πλήρωμα πέρα του εαυτού σας και του Eric;, ρώτησε ο Τζέικομπ τον κύριο Lamarck που με επιδεξιότητα κάρφωσε μια άσπρη μπάλα στο μικρό διχτάκι πάνω σε πράσινο χαλί που βρισκόταν λίγο πιο μακριά από αυτόν.
- Θα έπρεπε, απάντησε ο κύριος Lamarck και χαμογέλασε στον Τζέικομπ.
- Μμμ, ναι, ε…
- Δεν είστε συνηθισμένος στο να αρχίζετε συζητήσεις, έτσι;
- Ήμουν αντικοινωνικός για αρκετό καιρό… α-αποφάσισα να αλλάξω, όμως!
- Πότε;
- Στην προηγούμενη ανάρτηση.
- Α, θεσπέσια! Το γεγονός πως το μοιραστήκατε μαζί μου και ο τρόπος που είπε το «αποφάσισα», ξέρετε, «α-αποφάσισα», δείχνει πως είδη βγαίνετε έξω από τα νερά σας και αισθάνεστε άβολα με αυτό. Που σημαίνει πως κάνετε κάτι καινούργιο. Συνεχίστε να το κάνετε αυτό κάθε μέρα και θα αλλάξετε πολύ σύντομα.
- Ενδιαφέρον.
- Είναι. Να το θυμάστε, κύριε Wilkins, βγαίνετε νικητής, μόνο όταν βγαίνετε έξω από τα νερά σας, από τη ζώνη άνεσής σας.
- Ωραία, ωραία…
- …
- …
- Ωπ! Άβολη σιωπή. Είναι καλό να τις αποφεύγουμε αυτές, όταν μιλάμε. Πως; Μπορείτε να σχολιάσετε κάτι που βλέπετε, μια πείτε μια είδηση ή να με ρωτήσετε οτιδήποτε. Προτιμότερο η ερώτηση να είναι τέτοιας φύσης που η απάντηση μου να μην είναι μονολεκτική.
- Και να θέλω δε νομίζω οι απαντήσεις σας να γίνουν πολλές φορές μονολεκτικές.
- Χαχαχα.
- …
- …
- Εεεε… που πάμε; Δηλαδή, οκ, πάμε να βρούμε τον φίλου μου, τον Ζακ, αλλά έχουμε κάποιο στοιχείο για το που μπορεί να είναι;
- Έκανα μια μικρή έρευνα για τους φίλους σας (ο Eric ξερόβηξε), δηλαδή, ο Eric την έκανε και ανακάλυψα (γκουχ) -ψε πως η γυναίκα που ακολουθεί τον Ζακ, η Γαβρίελα Κόεν, έχει ένα πλούσιο θείο, τον Lambert Beer, από τη μεριά της μητέρας της.
- Τον ξέρετε;
- Όλοι οι πλούσιοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας, κύριε Wilkins. Βρισκόμαστε σε δεξιώσεις, μιλάμε για ποικίλα θέματα και στο τέλος ανταλλάζουμε τηλέφωνα για να επισκεφτούμε τα ιδιωτικά νησιά ο ένας του άλλου.
- Οπότε πάμε να βρούμε τον Lambert Beer.
- Ακριβώς, αυτό!
- …
- …
- …καιαιαι μετά είπατε πως θα πάρουμε ένα χημικό όπλο που φημολογείται ότι έχουν και θα πάμε να βρούμε τοον… θεό.
- Θα πάμε να βρούμε τον Θεό. Αλλά όλα θα γίνουν στην ώρα τους. Γκολφ;
- Δεν… δεν παίζω…
- Τι είπαμε για το να βγαίνετε από τα νερά σας;
- … οκ, οκ…αλλά, ε…. Πως… παίζεται το γκολφ;
- …

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Biology Of a Simple Life (part 6)

Η απλή του ζωή του Τζέικομπ ήταν πλέον παρελθόν. Μέσα σε μία μέρα ο κήπος του σπιτιού του είχε καταστραφεί, και πόσο τον είχε αγαπήσει αυτόν τον κήπο, η δουλειά του είχε καταστραφεί, και πόσο ανούσια του φαινόταν η δουλειά του, και τώρα, ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι, μέσα στην στενή καμπίνα ενός αερόπλοιου είχε πάρει μέρος παρά τη θέληση του σε μια περιπέτεια στην οποία πρέπει να βρει τους φίλους του, να ξεφύγει από το νόμο και να βρει το θεό. Και πόσο όμοιες, κατάλαβε, πως ήταν όλες οι ζωές!

- Ανοησίες, ξεφύσησε. Η ζωή μου καταστράφηκε. Όλα είναι… υπερβολικά… πολύπλοκα. Τι ήθελα από τη ζωή μου; Να είμαι μόνος (ψέμα, του φώναξε μια φωνή μέσα του), να διδάσκω στο πανεπιστήμιο (επιμένεις), να… (ναι;). Αυτά. Ήμουν ευχαριστημένος με όσα είχα.

Γύρισε το μαξιλάρι από την κρύα πλευρά.

- Ο Ζακ; Θα μπορούσα να ζήσω και χωρίς τον Ζακ, άλλωστε ένας άνθρωπος είναι… (αλήθεια;). Εντάξει, εντάξει, είναι φίλος μου, οι φίλοι είναι σημαντικοί… αλλά ίσως οι άνθρωποι να μην χρειάζονται φίλους… (κοινωνική φύση). Ίσως να μην ισχύει αυτό για την κοινωνική φύση του ανθρώπου, ίσως να… (και τόσα χρόνια κοινωνικής ιστορίας; Τα ζώα, αν επιμένεις, θυμήσου τα ζώα!) Τα πάντα οργανώνονται σε ομάδες, λογικό είναι η φυσική επιλογή να έκανε τον άνθρωπο να είναι κοινωνικός, επιβιώνει καλύτερα έτσι… αισθήματα ευφορίας αν είναι με άλλους, θλίψη αν είναι μόνος… (άρα;) Ο άνθρωπος είναι κοινωνικός από τη φύση του… αισθάνεται όμως καλά, επειδή αυτό του το επέβαλε μια εξωγενής τυφλή δύναμη που… (και τι) σημασία έχει; (Όλα τα αισθήματα είναι αποτέλεσμα φυσικής επιλογής) Όλα είναι αποτέλεσμα της φυσικής επιλογής… (είναι φυσιολογικό να θες ανθρώπους κοντά σου. Φίλους, γυναίκες…)

Σηκώθηκε κι έκατσε στο κρεβάτι.

- Όχι, όχι, μπορώ άνετα να ζήσω χωρίς… (Ρόζα) Δεν… (ήσουν ερωτευμένος με τη Ρόζα)… απλά (κι εκείνη την φοιτήτρια που καθόταν στην τρίτη σειρά από δεξιά την Παρασκευή στο αμφιθέατρο. Ήταν καλή) Είναι χρόνια μικρότερή μου (δεν έχει σημασία, απλά ήταν καλή. Το τι θα κάνει εξαρτάται από εσένα, το αν τη βρήκες θελκτική ή όχι από τις ορμές σου) Θελκτική… (αστεία λέξη)

Σηκώθηκε και κοίταξε τα σύννεφα έξω από το φινιστρίνι.

- Πετάω σε ένα αερόπλοιο!, είπε σα να το συνειδητοποιούσε εκείνη τη στιγμή (καλύτερα από το να διδάσκεις στο πανεπιστήμιο). Το πανεπιστήμιο (είναι χάλια. Σου αρέσει ο κλάδος σου, όχι το πανεπιστήμιο.) Το να φτιάχνω τον κήπο μου είναι πολύ καλύτερο (ΠΟΛΥ καλύτερο). Αλλά το να διδάσκω… όχι μου αρέσει. Απλά.. (απλά;!) Απλά δεν μου αρέσει μόνο αυτό! (!) Θα ήθελα να κάνω ένα σωρό άλλα πράγματα (ενδιαφέρον! Αλλά είναι δύσκολο. Καλύτερα να μείνεις άπρακτος, καλύτερα…)

Θυμήθηκε ένα βιβλίο που είχε διαβάσει. Το υποσυνείδητο προσπαθεί να σε κρατήσει σε μια σταθερή κατάσταση ασφάλειας, άσχετα αν στην πραγματικότητα σου αρέσει η κατάσταση αυτή ή όχι. Στην ιδέα και μόνο της οποιαδήποτε αλλαγής αισθανόταν άβολα. Ωραία, αλλά άβολα.

- Θα προσπαθήσω… θα προσπαθήσω να αλλάξω (δύσκολο, επικίνδυνο). Είναι… (καλά είσαι τώρα. Απλά χαλάρωσε) Ίσως πρέπει να χαλαρώσω, όντως… (ωραία. Είναι ωραία η ιδέα μιας μελλοντικής αλλαγής, αλλά τώρα χαλάρωσε) Ναι, τώρα θα χαλαρώσω, μιας και πήρα την απόφαση να αλλάξω, θα είμαι προσεκτικός από εδώ και πέρα (έτσι. Έχεις πολύυυυυ μέλλον μπροστά σου) Έλεος! Με σαμποτάρει το ίδιο μου το μυαλό, γέλασε ο Τζέικομπ.

Δεν ήθελε να σκεφτεί άλλο. Δεν ήθελε να κάτσει κάτω άλλο. Ήθελε να πάει στην γέφυρα και να μιλήσει με τον Lamarck. Απλά το ήθελε.

Ο Τζεικομπ, τελικά, δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος. Δούλευε σαν απλός βιολόγος στο πανεπιστήμιο της πόλης του κι έπαιρνε έναν απλό μισθό, ναι. Μα ζούσε σε ένα σπίτι με έναν καταπληκτικό κήπο, μόνος εδώ και χρόνια και απαρτιζόταν μερικές φορές από έναν φίλο! Τον Ζακ!
Δεν είχε οικογένεια, κατοικίδια και πολλές συναναστροφές με ανθρώπους. Ζούσε βλέπετε μία μοναχική ζωή.
Του Τζεικομπ του άρεσαν πάντα τα απλά πράγματα ενώ απέφευγε τα πολύπλοκα. Η βιολογία του φάνηκε απλή σαν επιστήμη, όπως και η δουλειά του καθηγητή. Βέβαια, πέραν της απλότητας, αγαπούσε τη βιολογία και το να διδάσκει! Οι άνθρωποι, με εξαίρεση τον φίλο του, του φαίνονταν πολύπλοκοι. Συνεπώς τους έτρεμε! Βέβαια, δεν τους έτρεμε, ήθελε να συναναστραφεί μαζί τους, αλλά έλλειψη κοινωνικών εμπειριών τον είχαν κάνει να πείσει τον εαυτό του πως τους έτρεμε!
Τέλος ο Τζέικομπ φοβόταν το διαφορετικό. Το καθημερινό γίνεται μια απλή ρουτίνα, ενώ η φυσική του είχε μάθει πως το άγνωστο και τυχαίο είναι χαώδες και το χαώδες όπως και να το κάνουμε είναι αρκετά πολύπλοκο. Αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος! Ο Τζέικομπ απλά φοβόταν την αλλαγή. Όχι, ο Τζεικομπ δεν ήταν καταθλιπτικός. Ήξερε πως έπρεπε να αλλάξει, αλλά συνειδητά δεν έκανε τίποτα για αυτό. Κι αυτό ήταν απλό κι ανθρώπινο – πολύ ανθρώπινο.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Biology Of a Simple Life (part 5)

Ο Ζακ δεν μπορούσε να το πιστέψει. Δεν μπορούσε να το χωνέψει. Αν μπορούσε θα το ξανάφερνε στο στόμα του σαν μηρυκαστικό, θα το ξαναμασούσε και θα το ξανακατάπινε. Δεν ήταν μηρυκαστικό όμως. Κι εξακολουθούσε να μη μπορεί να το χωνέψει.

- Εννοείς πως αυτός ο κρίνος είναι ένα χημικό όπλο;
- Δεν θα παίξουμε τον Φώσκολο εντάξει; Αυτό εννοώ, τελείωνε, απάντησε η γυναίκα μπροστά του που κρατούσε στα χέρια της έναν λευκό κρίνο.
- Και πως ακριβώς βρέθηκε στα χέρια σου, κοπέλα μου;!
- Μου τον έδωσαν προφανώς.
- Γαβριέλα, για όνομα του Θεού, φώναξε ο Ζακ. Μας κυνηγούν εδώ και δυο εβδομάδες, έχουμε αποχωριστεί τα προσωπικά μας αντικείμενα σε περίπτωση που έχουν κοριούς, ζούμε σε περιθωριακές περιοχές και ένας Θεός ξέρει τι έχει απογίνει ο Τξέικομπ!
- Σοβάρα, Doppel; Αυτόν τον τρόπο διάλεξες για να ξεδιαλύνεις τι απέγινε ο Ζακ και η γυναίκα από το μπαρ, που μόλις στο προηγούμενο μέρος έκανες νύξη ότι πιθανώς έχει ένα χημικό όπλο; Σπουδαίο τέχνασμα.
- Ε;
- Τίποτα.
- Η αστυνομία, το FBI κτλ ξέρουν για το χημικό όπλο;
- Λογικά το FBI, CIA και λοιπές μυστικές υπηρεσίες ξέρουν ή νομίζουν ότι ξέρουν… αλλά δε νομίζω η αστυνομία να μας κυνήγησε για αυτό. Απλά ήταν βλάκες. Κι απλά την χρησιμοποιούν οι άλλοι για να φτάσουν σε εμένα και το χημικό όπλο.
- …αχ….οκ…και τι όπλο είναι αυτό;
- Α, δεν μπορώ να σου πω.
- Τι; Γιατί; Έχω μπλεχτεί πλέον κι εγώ σε αυτό!
- Ναι… δεν μπορώ. Κοιτά, απλά πρέπει να το παραδώσω κάπου.
- Κάπου που δεν θέλει η κυβέρνηση προφανώς.
- Πίστεψέ με, είναι για το καλό του κόσμου, για το καλό ολόκληρης της ζωής!
- Είναι χημικό όπλο!
- Κολλάς σε λέξεις.

Ο Ζακ δεν μίλησε άλλο. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα της αποθήκης που κρυβόταν μαζί με τη Γαβριέλα.

- Ο Αδόλφος είμαι!, ακούστηκε μια αντρική φωνή.
- Α, ο κύριος Χίτλερ, μονολόγησε η Γαβριέλα.

Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ένα ψηλός ξανθός άνθρωπος με μουστάκι. Φορούσε μία άσπρη μπλούζα, παντελόνι πιτζάμας και παντόφλες.

- Σας έφερα πρωινό, είπε και άφησε πάνω στο σκονισμένο τραπέζι λίγο ψωμί, κασέρι και δυο κούπες καφέ.
- Ευχαριστούμε κύριε Χίτλερ!, είπε η Γαβριέλα. Κι ευχαριστούμε για την φιλοξενία αυτές τις μέρες. Μην ανησυχείτε άλλο για μας. Ως το μεσημέρι θα έχουμε φύγει.
- Ω, μα είναι υποχρέωσή μου να σας φιλοξενήσω. Ήρθατε σπίτι μου και ζητήσατε καταφύγιο. Κρίμα που δεν είστε Εβραίοι. Θα σας έδινα την ειδική κάμαρα που έχω – μόνο για Εβραίους.
- Και πάλι ευχαριστούμε, είπε η Γαβριέλα.

Ο Ζακ ψέλλισε κι εκείνος ένα «ευχαριστώ» κι ο Χίτλερ έφυγε από την αποθήκη σιγοτραγουδώντας ένα παλιό εβραϊκά τραγούδι. Κοίταξε την Γαβριέλα στα μάτια.

- Οι γονείς του ήταν νεοναζί, πέθαναν, τον ανέλαβε εβραία οικογένεια.
- Αυτά συμβαίνουν μόνο στις ταινίες.
- Και σε κακογραμμένες ιστορίες σε blog, που στηρίζονται στον πολύ διάλογο.
- …ναι κι εκεί…

Η Γαβριέλα πήρε τις δύο κούπες καφέ στα χέρια κι έδωσε τη μία στο Ζακ.

- Ξέρεις, για τον ερωτύλο φίλο του Τζέικομπ, έχεις καιρό να μου την πέσεις.
- Μας κυνηγάει όλος ο κόσμος, Γαβριέλα. Είμαι πολύ αγχωμένος για στην πέσω. Επίσης είμαι πεπεισμένος πως με θες, οπότε δεν κάνω τον κόπο.
- Συνέχισε να είσαι πεπεισμένος για χαζομάρες…
- …
- Τι σκέφτεσαι;
- Που θα πάμε μετά από εδώ;
- Σκεφτόμουν να ναυλώσουμε ένα πλοίο, αεροπλάνο, κάτι.
- Είμαστε παντού επικηρυγμένοι. Δεν θα προλάβουμε να ανεβούμε ούτε σε αερόπλοιο πριν μας καταδώσουν.
- Τότε θα ζητήσουμε την βοήθεια του θείου μου, του Lambert Beer. Είναι πλούσιος και ξέρει πολλούς ανθρώπους που μπορούν να μας βοηθήσουν.
- Πλούσιος θείος, ε; Πάω στοίχημα πως θα μπορεί να μας κρύψει κι από τις μυστικές υπηρεσίες…
- Βολικό, ε, Doppel;
- Ε;
- Τίποτα.
- Αλήθεια, πως βρέθηκες σε εκείνο το μπαρ που είχα πάει με τον Τζέικομπ εκείνο το πρωί;
- Απλά ήθελα να πιω ένα ποτό.
- Απλά.
- Πιο απλά δε γίνεται.

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2009

Απάντηση σε Davy Jones και Housegirl απο τα σχόλια στο meaning of life 2

Ο θάνατος είναι θεμέλια λίθος των θρησκειών και τελευταίο οχυρό τους, όταν απειλούνται στα πλαίσια της αμφισβήτησης. Δεν υπάρχει κάτι πιο τρομακτικό, ίσως από την ιδέα πως κάποια στιγμή όλα θα τελειώσουν, πως δεν θα υπάρχουμε. Μάλιστα, όπως αναφέρθηκε, ο θάνατος αγαπημένων προσώπων είναι αβάσταχτος. Στην ερώτηση τι θα έκανα αν πέθαινε κάποιο πολύ αγαπημένο μου πρόσωπο θα απαντούσα «θα γινόμουν θρήσκος», χωρίς φυσικά να εννοώ πως όντως θα ακολουθούσα μία θρησκεία ή κάποια ιδέα που αιωρείται στο χώρο του υπερφυσικού, αλλά απλά θέλοντας να δείξω πόσο παρήγορη είναι η έννοια μιας μετά θάνατον ζωής.

Αν φυσικά ο άνθρωπος που πέθανε είναι καλός. Γιατί, όπως πολύ καλά γνωρίζετε υπάρχει και η θεωρία της κόλασης. Κι εδώ δημιουργείται πιστεύω ένα αίσθημα φόβου που ξεπερνά αυτό του φόβου πως δεν υπάρχει αιώνια ζωή. Η ιδέα της αιώνιας καταδίκης είναι κάτι τόσο φρικτό… εξυπηρετεί όμως έναν «σπουδαίο» σκοπό και η φυσικά οι πανέξυπνοι ιερείς έχουν βρει τρόπους να καθησυχάσουν τους ανθρώπους σε περίπτωση που κάποιος συγγενής του τύχει και πάει στα λημέρια του σατανά! Κρατά τους ανθρώπους κοντά στην πίστη τους, μιας κι αν ξεστρατίσουν θα έρθουν αντιμέτωποι με φωτιές και δόντια που τρίζουν αιωνίως, και όσον αφορά τους ζωντανούς, DON’T PANIC, όπως γράφει και η ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια «γυρίστε τον Γαλαξία με Ωτοστόπ» στο πίσω μέρος της: Τα μνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία των νεκρών να σωθούν! Ψυχοφθόρο;, όπως επισήμανε ο Davy Jones. Πολύ. Κι ακόμη περισσότερο για την τσέπη μας…

Οι θρησκείες όντως χαρίζουν παρηγοριά. Ειδικά, όταν ερμηνεύουμε τα κείμενα, όπως εμείς θέλουμε, κι ακούμε τα μισά από αυτά που λένε οι γραφές και οι πατέρες της εκκλησίας, βαπτίζοντας τα άλλα μισά που δεν μας συμφέρουν «προσωπικές απόψεις» (ενώ τα προηγούμενα τα θεωρήσαμε αμόλυντες αλήθειες!)… Βέβαια, δε θέλει πολύ σκέψη να καταλάβουμε πως, λόγω της έλλειψης στοιχείων και δεδομένων, η παρηγοριά που έρχεται δώρο μαζί με μια συγκεκριμένη θρησκεία αν τηλεφωνήσουμε στα 5 πρώτα λεπτά (μαζί με το πολυμίξερ) είναι πέρα έως πέρα… ψεύτικη. Προσωπικά θεωρώ γενναίο εκείνον που αντιλαμβάνεται το σύμπαν, έτσι όπως είναι και πολύ δειλό εκείνον που επιμένει να αγνοεί τα σημερινά δεδομένα που γκρεμίζουν πανεύκολα το οικοδόμημα της πίστης σε θρησκευτικές δοξασίες. Εντάξει, δεν θα καθόμουν να πείσω την 94 χρονών γιαγιά μου πως αυτά που πιστεύει μάλλον δεν έχουν και τόση βάση, μιας κι αυτό θα ήταν απάνθρωπο. Γιατί όντως της προσφέρουν παρηγοριά, ειδικά όταν διανύει τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Αλλά έναν νέο άνθρωπο; Φυσικά και θα τον ενθάρρυνα να αναζητήσει την αλήθεια μιας κι έχει συνήθως πολύ χρόνο για να ζήσει μια ζωή πιο πλούσια, ειλικρινή και ηθική χωρίς την θρησκεία.

Ηθική; Δεν μας προσφέρει η θρησκεία ηθική; Ναι, φυσικά. Από πού να αρχίσω. Από τον Θεό, τον Γιαχβέ, που ξοδεύει τα πέντε πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης δίνοντας διαταγές για πολέμους, καταστροφές και γενοκτονίες με ένα φετίχ να τιμωρεί αμαρτωλούς, απίστους, να παραδέχεται πως είναι ζηλιάρης κι ο οποιοσδήποτε θα αναγνώριζε την νοοτροπία ενός οκτάχρονου να αναβλύζει από τις άμεμπτες, θεϊκές και τέλειες πράξεις του. Να συνεχίσω στον ίδιο Θεό που υπαγορεύει στο Κοράνι να διαδοθεί η γνώση για την ύπαρξη του μέσω του πολέμου. Ναι, αλλά, θα μου πείτε και θα έχετε δίκιο, ξεχνάς την πιο light μορφή του, εκείνη του καλού Ιησού του Ναζωραίου. Ναι, εκείνου. Ναι, είπε ωραία πράγματα. Αλλά μετά συνέχισε με απειλές για τρίξιμο δοντιών και αιώνιες φωτιές. Αλλά, εντάξει, μπορούμε να βρούμε μικρούς θησαυρούς ηθικής μέσα στα ιερά βιβλία. Αυτό είναι αναμφισβήτητο.
Πηγάζει άραγε η ηθική, ο αλτρουισμός και ο εγωισμός, όμως μέσα από ένα βιβλίο και μόνο; Άραγε, τόσο άγριοι κι απάνθρωποι ήταν οι λαοί πριν το διαβάσουν; Η ιστορία αποδεικνύει το αντίθετο και με πιο τυπικό για μας παράδειγμα, αυτό των αρχαίων Ελλήνων και του πολιτισμού. Επίσης, μία καλή ανάγνωση του Εγωιστικού Γονιδίου θα σας πείσει πως πολύ πιθανόν διάφορες συμπεριφορές, που εμείς βαφτίσαμε ως αλτρουιστικές κι εγωιστικές, είναι απλά Εξελικτικά Σταθερές Στρατηγικές, ως αποτέλεσμα της δράσης της Φυσικής Επιλογής με βασική μονάδα το γονίδιο. Αλλά ακόμη κι αν δε πειστεί κανείς από αυτό… δείτε τον σημερινό κόσμο. Με τους πολέμους, την εθελοτυφλία όλων μας απέναντι στους φτωχούς και ταλαιπωρημένους, την δημιουργία όπλων «έτσι, για να είμαστε σίγουροι»… 2400 χρόνια Βίβλου, δεν μάθαμε και πολύ καλά το μάθημα μας…

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009

Φανατικά ελέυθεροι παραπληροφόρησης

Ένα από τα ωραιότερα πράγματα που κρύβει ο χώρος της επιστήμης είναι το γεγονός πως προοδεύει με δύο τρόπους. Με το να πετύχεις μια θεωρία με την πρώτη και με το να κάνεις λάθος. Είναι αξιοθαύμαστο πως ένας σωστός επιστήμονας αφήνει πίσω κάθε προσωπική φιλοδοξία, τάση για ανάδειξη ή αμαύρωσης της εικόνας του και τόσο θαρραλέα παραδέχεται το λάθος του. Γιατί ο ίδιος δεν είναι η θεωρία που επινόησε. Το φαινόμενο υπήρχε κι εκείνος προσπάθησε να δώσει μια εξήγηση. Αν κάνει λάθος θα ανοίξει τον δρόμο για την πρόοδο με το να το παραδεχτεί.

Έκανα κι εγώ ένας λάθος κι αυτό όσον αφορά το forum στο site, richarddawkins.net. Είχα χαρακτηρίσει τα περισσότερα μέλη ως φανατικούς του Βρετανού επιστήμονα, οι οποίοι θα έκαναν τα πάντα για να τον υποστηρίξουν, ακόμη κι αν εκείνος έσφαλε. Πόσο λάθος έκανα! Τελικά μετά από καιρό ενασχόλησης με εκείνο το forum παρατήρησα πως σχεδόν κάθε άτομο έχει τόσο ανοιχτό μυαλό και είναι έτοιμο να κρίνει κάθε είδους ιδέα που πραγματικά το γεγονός αυτό δίνει ελπίδες για ένα μέλλον με ανθρώπους ελεύθερους από την παραπληροφόρηση.

Δεν έχει σημασία ποιος είσαι και τι έχεις κάνει εκεί μέσα. Αντιμετωπίζεσαι σαν κανονική προσωπικότητα σαφώς (αναπτύχθηκε το συγκεκριμένο σε ένα πολύ ωραίο θέμα στο sub forum της φιλοσοφίας), αλλά να περιμένεις οι ιδέες σου να κοσκινιστούν. Βέβαια να περιμένεις ακόμη πως μερικοί από υπερβολή να μην καταλάβουν κάποια μεταφορική σου φράση, αλλά μικρό το κακό!

Δεν μου αρέσει να αδικώ κανέναν κι εδώ πιστεύω πως έκανα το χρέος μου. Βέβαια, δεν νομίζω κανένας εκεί να διάβασε ποτέ αυτό το blog, αλλά δεν είναι το θέμα να κάνεις πράγματα για τα μάτια των άλλων, αλλά για να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου και θα ήταν έγκλημα ηθικής αν αυτό το blog συνέχιζε την αδικία που δημιούργησε πριν κάποιους μήνες.

Και κάπου εδώ θέλω να απευθυνθώ σε όποιον τυχαίνει και διαβάζει αυτό το κείμενο. Θα ήθελα να με κρίνετε κι εμένα και τα κείμενα μου και να κρίνετε καθετί που ακούτε και να ελέγχετε την κάθε πηγή. Οι αυθεντίες και τα φανταχτερά λόγια είναι ο καλύτερος σύμμαχος του αδαή και ο χειρότερος εχθρός της προόδου. Την κριτική την δέχομαι, όπως ελπίζω να την δέχεστε κι εσείς στη ζωή σας, και την ανέχομαι όταν είναι εποικοδομητική, με επιχειρήματα και δεν είναι προσβλητική. Κι αν παραθέσω κάτι το επιστημονικό, αλλά δεν εμπνέω τον απαραίτητο σεβασμό σαν προσωπικότητα, μην μπερδέψετε την αλήθεια με το πρόσωπό μου. Ο ίδιος άνθρωπος που σας μάλωσε στο σχολείο σας έμαθε και να διαβάζετε. Δεν τα λέω για να πείτε στα σχόλια κάτι του στυλ «σε εμπιστευόμαστε, κτλ». Τα λέω, επειδή θεωρώ πως είναι το σωστό πράγμα να κάνω.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2009

Meaning of Life v.2.0.0

Από βιολογική άποψη κάθε ζωντανός οργανισμός, κάθε κύτταρο έχει μόνο δύο σκοπούς στη ζωή του. Να επιβιώσει και να αναπαραχθεί, με σκοπό να περάσει η γενετική πληροφορία στους απογόνους. Είναι η ίδια η ιδιότητα της αντιγραφής του DNA που «αναγκάζει» σε μεγαλύτερη κλίμακα έναν πολύπλοκο οργανισμό, όπως ο άνθρωπος να θέλει να αναπαραχθεί. Η φυσική επιλογή από τη μεριά της συνέδεσε με το πέρασμα χιλιάδων αιώνων τις δύο αυτές βασικές λειτουργίες με ευχάριστα συναισθήματα κι αισθήσεις. Τα φαγητά είναι νόστιμα και το σεξ απολαυστικό, επειδή εξυπηρετούν τους δύο παραπάνω σκοπούς.
Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι από την αρχή της «δημιουργίας» της, η ζωή δεν απαρτίζεται από κανένα άλλο κανόνα. Δεν έχει κάποιο βαθύτερο νόημα. Δεν στηρίζεται πάνω σε κάποιο κρυφό σκοπό. Η ζωή έτυχε πριν 48 περίπου εκατομμύρια χρόνια και ως τυχαίο γεγονός δεν μπορεί να συνδεθεί με κάποιο λόγο για να υπάρχει.
Και για τους αρχικούς οργανισμούς όλα ήταν καλά. Γεννιόντουσαν, προσπαθούσαν να καταλάβουν ένα χώρο μέσα στην οικονομία της φύσης και να επιβιώσουν, μέσω την επικράτηση πάνω σε άλλα ζώα, συγγενικού είδους ή μη, ή την προσαρμογή στις συνθήκες ζωής και περιβάλλοντος του τόπου στον οποίο βρίσκονταν. Τα προβλήματα άρχισαν πριν από 125.000 χρόνια περίπου, όταν, ο τρίτος πίθηκος, όπως ονομάζεται από πολλούς, ο πρόγονος του σημερινού homo sapiens sapiens έκανε το ντεμπούτο του σε κάποιες περιοχές της Αφρικής. Βλέπετε αυτό το είδος υστερούσε κατά πολύ σε σχέση με τα άλλα. Πολύ τρίχωμα δεν είχε για να προστατευτεί από τον ήλιο, ούτε ήταν πολύ ταχύ και τα άκρα του δεν είχαν γαμψά νύχια για να σκάβουν το έδαφος ή να ξεσκίζουν εύκολα τη σάρκα άλλων ζώων. Είχε όμως ένα άλλο χαρακτηριστικό, πολύ σπουδαίο. Πέρα του γεγονότος ότι περπατούσε όρθιος (κάτι που απελευθέρωσε το φάρυγγα και μπορούσε να έχει πολύ μεγαλύτερο ρεπερτόριο ήχων και φθόγγων από τα ξαδέρφια του) και την ανατομία των χεριών του, διέθετε, επίσης και τον μεγαλύτερο εγκέφαλο από όλα τα άλλα ζώα. Που ήταν το πρόβλημα;
Στο γεγονός ότι άρχισε να σκέφτεται τόσο πολύ που έφτασε σε σημείο να συνειδητοποιήσει την ίδια του την ύπαρξη! Και για πρώτη φορά πάνω στη γη, από όσο γνωρίζουμε τουλάχιστον, ένα είδος αναρωτήθηκε «γιατί υπάρχω;». Κι άρχισε να ψάχνει, άρχισε να προσπαθεί να βρει ένα λόγο, ένα νόημα, ένα σχέδιο πίσω από το γεγονός της ύπαρξής του.
Δυστυχώς, όμως, είναι μία αναζήτηση χωρίς νόημα. Αφού η ζωή έτυχε, κι αν δεχτούμε πως κανένα ανώτερο ον δεν έβαλε το χέρι του για να επιτευχθεί αυτό, από την στιγμή που μπορούμε να πούμε πως υπάρχει ζωή αυτόματα η ζωή δεν έχει κάποιο μεγαλύτερο νόημα από την ύπαρξη ενός ατόμου ηλίου. Έχει εγκλωβιστεί, επομένως, ο άνθρωπος σε ένα ταξίδι χωρίς προορισμό.
Αλλά εδώ είναι το αξιοθαύμαστο. Η ανάγκη του για να βρει ένα νόημα να ζει έχει γίνει επιτακτική, τόσο που βάζει σε κίνδυνο την ίδια του την ύπαρξη. Τον βασανίζει, τον κυνηγάει, τον στοιχειώνει κάθε βράδυ στα όνειρα του. «Απελπισμένος», λοιπόν, καθώς είναι προσπάθησε να μαντέψει ποιο μπορεί να είναι το νόημα της ζωής. Κι έτσι έχουμε την δημιουργία διάφορων φιλοσοφιών όσον αφορά τον σκοπό της ύπαρξης μας και τι να κάνουμε με τη ζωή μας. Σε αυτές περιλαμβάνονται και οι θρησκείες. Είτε μιλάνε για ένα καλύτερο μέρος μετά τον θάνατο μας (που πρέπει να φτύσουμε αίμα για να πάμε εκεί) είτε για ένα σχέδιο που έχει κάποιο ανώτερο ον για μας (προφήτες που προετοιμάζουν το έδαφος για τον ερχομό ενός μεσσία) είτε την απαλλαγή των επίγειων απολαύσεων και την κατάκτηση μιας κατάστασης τελείωσης (nirvana κι απαλλαγή από την μετενσάρκωση).
Τόσο πολύ θέλει ο άνθρωπος να έχει σκοπό η ζωή του ή έστω να βρει κάποια απάντηση που προσωπικά τον ικανοποιεί που ενώ γνωρίζει πως ο ίδιος εφηύρε μια συγκεκριμένη φιλοσοφία όχι μόνο την ακολουθεί, αλλά φτάνει στο σημείο να πείθει τον εαυτό του ότι είναι η σωστή, το τέλος του ταξιδιού, και προσπαθεί να πείσει κι άλλους ανθρώπους να την ακολουθήσουν, της παροντικής και των μελλοντικών γενναίων.
Μπορούμε να φανταστούμε τον άνθρωπο, δηλαδή, να αιωρείται σε ένα ατέλειωτο, αιώνιο σκοτάδι που είναι η ζωή του. Τα διάφορα νοήματα που εφηύρε είναι φωτεινά, ζεστά σπίτια ή εκθαμβωτικοί γαλαξίες μέσα στο κρύο διάστημα. Και πολύ απλά διαλέγει σε ποιο από αυτά θέλει να πάει. Η ζωή παραμένει η ίδια. Ο κόσμος δεν αλλάζει. Αλλάζει, όμως, η προοπτική του ανθρώπου και η αντιμετώπιση του κόσμου.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009

Biology of a Simple Life (part 4)

Ο Τζέικομπ δε μίλησε άλλο. Προτίμησε απλά να ανέβει τη σκάλα και να σκαρφαλώσει το βουνό, κάτι που έγινε με δυσκολία μιας και το σώμα του ήταν υπερβολικά αγύμναστο. Είχε ένα γυμναστήριο κοντά στο σπίτι του, αλλά όταν είχε πάει τον είχε κοροϊδέψει ένας μπρατσαράς τύπος κι από τότε δεν ξαναπάτησε. Ήταν ένας άνθρωπος που κατάπινε τις προσβολές. Όχι, επειδή ήταν άγιος. Απλά ήταν αδύναμος και είχε πείσει τον εαυτό του πως θα ήταν καλύτερα να μην υπερασπίζεται την υπόληψη του. Δυο φορές σκέφτηκε πώς θα ήταν αν μπορούσε να εναντιωθεί σε αυτόν τον τύπο. Είχε ανατριχιάσει και τις δύο.
Όταν κατάφερε, όμως, να φτάσει στην κορυφή του βουνού δεν ανατρίχιασε ακριβώς, αλλά σίγουρα του σηκώθηκαν οι τρίχες. Γιατί μπροστά του αιωρούνταν ένα τεράστιο, γκρι ζέπελιν, από αυτά που έβλεπε στις ταινίες, στα κινούμενα σχέδια και σε μία φωτογραφία κάτω αριστερά στο βιβλίο της ιστορίας της πέμπτης τάξης του high school.

- Θαυμάσιο, έτσι;, τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη ο Eric.
- Απρόσμενο θα έλεγα, αλλά και το θαυμάσιο είναι καλή λέξη, αν και δεν την περίμενα.
- Λοιπόν, πάμε!
- Σε αυτό εκεί;
- Ε, ναι.
- Ξέρεις, και μπορείς να με πεις παράξενο, αλλά δεν συνηθίζω να ανεβαίνω σε ζέπελιν στις 6 η ώρα το πρωί. Δεν ξέρω αν το κάνουν οι κατάδικοι ή οι δραπέτες, βέβαια…
- Απλά, ανέβα.

Κι απλά ανέβηκε. Για κακή του τύχη υπήρχε άλλη μια σκάλα που έμοιαζε με DNA όπου κάθε κλώνος ήταν μία τριχιά και οι βάσεις με τους δεσμούς υδρογόνου κομμάτια ξύλου. 8 λεπτά και 10 κάλους στα δάχτυλα αργότερα έπεσε λαχανιασμένος στο deck. 2 λεπτά και μουρμουρώντας «αχ τα δαχτυλάκια μου» κοίταξε μπροστά του και είδε έναν ηλικιωμένο κύριο ντυμένο με ακριβό μαύρο κουστούμι και καπέλο να στηρίζεται σε ένα γυαλισμένο μπαστούνι και να βάζει το χρυσό του ρολόι μέσα από το γιλέκο που φορούσε κάτω από το σακάκι του.

- Πάνω στην ώρα, κύριε Coli. Όπως πάντα.
- Όπως, πάντα; , ρώτησε ο Τζέικομπ τον Eric που έτρεξε και στάθηκε πίσω από τον ηλικιωμένο κύριο σε στάση προσοχής και με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά. Όντας ψηλότερος από τον ηλικιωμένο χαμήλωσε το κεφάλι για να δηλώσει σεβασμό.
- Μπαινοβγαίνει συχνά, χαμογέλασε ο γέρος.
- Οκ… μιας και το όχι και τόσο πετυχημένο αστείο από την αρχή άρχισε να γίνεται βαρετό, μπορείτε να μου πείτε ποιοι ακριβώς είστε και πως με καταφέρατε να επιβιβαστώ σε ένα… ζέπελιν;
- Επιτρέψτε μου να συστηθώ…
- Αλίμονο
- … λέγομαι Lamarck. Από εδώ είναι ο μπάτλερ και βοηθός μου, ο κύριος Eric Coli. Φαντάζομαι γνωριστήκατε μερικές ώρες πιο πριν. Πως βρεθήκατε εδώ; Σας κυνηγούσε η αστυνομία, σας έπιασε, μπήκατε φυλακή και δραπετεύσατε. Πιστεύετε στη μοίρα, κύριε…
- Wilkins.
- Κύριε, Wilkins. Πιστεύετε στη μοίρα;
- Όχι.
- Ούτε εγώ! Οπότε το γεγονός πως επιβιβαστήκατε πάνω στο ζέπελιν μου είναι καθαρά θέμα τύχης. Έτυχε να μπεις στο ίδιο κελί με τον κύριο Coli.
- Eric Coli? E. Coli? Σαν πολλά ονόματα βιολογίας δεν μαζεύτηκαν;
- Διεστραμμένο, έτσι;
- Ναι, αλλά… αχ… που να ξέρετε κι εσείς, γιατί με κυνηγάει η αστυνομία…
- Αν είστε ο Τζέικομπ Wilkins καθηγητής πανεπιστημίου, τότε στο internet διάβασα πως είστε ένας από τους μεγαλύτερους εγκληματίες του αιώνα μας.
- Μα αυτό είναι τρελό! Δεν έχω πειράξει ούτε μύγα, που λέει ο λόγος!
- Που λέει ο λόγος;
- Ε το καλοκαίρι μαζεύονται αν αφήσεις το παράθυρο ανοιχτό. Έχω βάλει σίτες βέβαια στα παράθυρα, αλλά όταν κάνω γενική καθαριότητα…
- … ναι, καταλαβαίνω.
- Άλλωστε και στη σχολή, ως φοιτητής, τότε, είχα γαμήσει τις δροσόφιλες ανάποδα στα πειράματα.
- Ε, δουλειά σας ήταν.
- Ναι, δεν… δεν με πείραξε ποτέ να σας πω την αλήθεια.
- Να επιστρέφαμε στο θέμα μας, παρεναίβει ο Eric.
- Ναι, φυσικά, φυσικά, είπε ο κύριος Lamarck. Η αστυνομία σας έχει προσάψει τόσες πολλές κατηγορίες που αυτή τη στιγμή που μιλάμε σας κυνηγάει εκτός από το FBI και τη CIA, ολόκληρος ο στρατός.
- FBI… άρα είμαστε στην Αμερική…
- Συγγνώμη, τι;
- Όχι, τίποτα, τίποτα… πληροφορίες για τον αναγνώστη.
- Μάλιστα λένε πως ένας άνδρας και μία γυναίκα που ήταν μαζί σας σε ένα μπαρ χτες κουβαλούν ένα θανατηφόρο χημικό όπλο!
- Μα.. μα… δεν είναι δυνατόν…
- Το αρνείστε;
- Ε… δεν μπορώ να πως με σιγουριά αν είχαν ή όχι….
- Θεσπέσια!
- Να άλλη μια λέξη που δεν περίμενα.
- Λοιπόν… λέω να φύγουμε!
- Με το ζέπελιν;
- Φυσικά.
- Και να πάμε που;
- Πρώτα να βρούμε τους φίλους σας.
- Ας αφήσω το λόγο προς το παρόν κι ας ρωτήσω «και μετά;»
- Μετά πάμε να βρούμε τον Θεό.
- Τον Θεό.
- Ναι, τον Θεό. Εξήγησε, κύριε Coli.
- Ο κύριος Lamarck, πριν καιρό, είχε βάλει ένα στοίχημα με το Θεό και το κέρδισε. Οπότε, τώρα, πηγαίνει να παραλάβει την ανταμοιβή του.
- Και τους φίλους μου τι τους θέλετε;
- Θέλουμε το χημικό τους όπλο, είπε ο κύριος Lamarck και ξεκίνησε να προχωράει προς το εσωτερικό του ζέπελιν. Αν ο Θεός αρνηθεί να μου δώσει αυτό που δικαιούμαι θα τον σκοτώσω.