Σάββατο 22 Μαρτίου 2008

Ο σκύλος

Επειδή χτες ήταν η παγκόσμια ημέρα ποίησης είπα να δημοσιεύσω ένα ποίημα.

" Ήρθε σπίτι μου ένας σκύλος

βρομιάρης, ψειριάρης, με ψώρα,

γεμάτος ψύλλους και σπασμένα μέλη,

άτριχος και με βγαλμένο μάτι.

Έβγαλα ένα περίστροφο και σκότωσα τον μαλάκα τον σκύλο."



Επειδή μερικά ποιήματα δεν βγάζουν νόημα.

Σάββατο 15 Μαρτίου 2008

Για τους gentlemen

Στην πρώτη ανάρτηση του blog είχα πει πως θα συμπεριλάμβανε και αστεία posts. Αλλα μέχρι τώρα είχα αφιερωθεί μόνο σε ιστορίες, γενικές γνώσεις και σοβαρά κείμενα.

Ωρίστε λοιπόν για αλλαγή η παρακάτω λίστα:

- Ένας gentleman δεν υπακούει ποτέ σε κανόνες. Αυτός είναι και ο πρώτος κανόνας στο βιβλίο κανόνων των gentlemen. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί δεν υπήρχε δεύτερος.

- Ένας gentleman είναι πάντα άντρας, ενώ δεν ισχύει και το αντίστροφο.

- Ένας gentleman φοράει συνήθως κοστούμι, έχει κοντά τα μαλλιά του με μια ελάχιστη φαβορίτα.

- Η ματιά του gentleman είναι ματιά ανθρώπου εκλεπτυσμένου, σκληρού μα και ευαίσθητου.

- Εξαιτίας του παραπάνω δεν πάει να πει πως όλοι οι gentlemen είναι έξυπνοι.

- Ένας gentleman διαβάζει πάντα εφημερίδα, ενώ ταυτόχρονα κάθεται με στιλ, έχοντας το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Αυτό δεν δηλώνει γυναικείο χαρακτηριστικό πάνω του, αλλά σιγουριά για τον ανδρισμό του.

- Ένας gentleman είναι πάντα πρόθυμος να βοηθήσει όλα τα όντα γυναικείου φίλου. Στα όντα ανδρικού φύλου φέρεται σαν συμπαραστάτης ή σαν είρων. Αυτή η μοναδική του ιδιότητα τον κάνει καλό φίλο, τρομερό εχθρό και ακαταμάχητο εραστή.

- Ένας πραγματικός gentleman δεν τρώει ποτέ γλυκά, αλλά δεν λέει ποτέ όχι σε ένα λαχταριστό προφυτερόλ.

- Ένας πραγματικός gentleman κουβαλάει λεφτά και στις δυο τσέπες του παντελονιού του. Όχι τόσο γα να νιώσει ασφάλεια, όσο επειδή έχει την καλή διάθεση να βοηθήσει δύο κλέφτες αντί για έναν.

- Ένας gentleman ποτέ δεν δέχεται κέρασμα ή βοήθεια από κάποιον λόγω ευγένειας, αλλά για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να πει και όχι. Όταν καταφέρει να λύσει αυτό το πρόβλημα τότε μπορεί επάξια να αποκαλείται gentleman.

- Ένας gentleman δεν φοβάται τίποτα, εκτός από το να του λερωθεί το καθαρό του κοστούμι.

- Ένας gentleman δεν τρώει ποτέ όλο του το φαγητό. (by Manos/Sindar)

- Ένας gentleman κάνει μπάνιο με το κοστούμι του.

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2008

Για τους πεθαμένους

«Και ξεκίνησες από ένα ζυγωτό αγαπητέ άνθρωπε, ένα τιποτένιο γονιμοποιημένο ωάριο, από ένα τιποτένιο σπερματοζωάριο. Σοβαρά τώρα, είναι τόσο τιποτένια που το καθένα φέρει τα μισά χρωμοσώματα από ένα σωματικό σου κύτταρο. Και συνέχισες να υπάρχεις επειδή δεν ήσουν ομόζυγος σε θνησιγόνα γονίδια και δεν έγινε κάτι απρόοπτο καθόλη την διάρκεια της κύησης. Και άρχισες να διαιρείσαι ξανά και ξανά και να διαμορφώνεσαι και να βγάζεις πόδια, χέρια, μάτια και στόμα και να κλοτσάς και να τρέφεσαι από την ίδια σου την μάνα.

Και σαν γεννήθηκες το πρώτο πράγμα που ίσως να έκανες ήταν να κλάψεις, να παραπονεθείς που βγήκες στον κόσμο. Ή δεν έβγαλες άχνα. Και πάλι όμως ένιωθες άβολα που σε έβγαλαν στο φως, που έγινες ένας από εμάς. Δεν σε κατηγορώ, όμως.

Το κλάμα σου αποδείχτηκε δίκαιη διαμαρτυρία.

Και μεγάλωσες και σου έκαναν γενέθλια, γιατί προηγουμένως σου έδωσαν το όνομα του παππού σου ή επειδή πήγες να τους πεθάνεις το όνομα κάποιου Αγίου που σε έταξαν. Σου έφεραν δώρα και έφαγες ένα τεράστιο κομμάτι τούρτα!

Και μετά πέρασε ο καιρός και πήγες σχολείο, όπου γνώρισες άλλους ανθρώπους και έμαθες γράμματα. Και αφού τα χρόνια κύλησαν πήγες και σπούδασες και έγινες λαμπρός επιστήμον στον τομέα σου. Δεν άργησες δε να βρεις και μια γυναίκα να παντρευτείς και να ενώσετε κι εσείς κάμποσους τιποτένιους παρακμιακούς γαμέτες.

Και δούλεψες και βοήθησες και δολοπλόκησες. Και χάρηκες και λυπήθηκες και αγάπησες και μίσησες και γαλήνεψες και νευρίασες. Τα έκανες όλα, σου συνέβησαν όλα, από τα πιο καλά μέχρι και τα πιο κακά.

Και έφτασες να είσαι μεγάλος σε ηλικία, να βασανίζεσαι από χίλιες δυο αρρώστιες και από τα αναπτυγμένα μίγματα των τιποτένιων γαμετών των δικό αναπτυγμένων μιγμάτων τιποτένιων γαμετών. Και ένα ωραίο πρωινό ή μια ζεστή νύχτα έφυγες από την ζωή σπίτι σου ή σε ένα νοσοκομείο. Και τα διαιρεμένα ζυγωτά που άφησες πίσω σου σε έκλαψαν πολύ.

Και δεν σου βρήκαν κανένα ψεγάδι, κανένα κακό, κανένα παράπτωμα. Κι εσύ χαίρεσαι επιτέλους και χαμογελάς αληθινά. Γιατί άφησες αυτόν τον παλιόκοσμο και γύρισες από εκεί που’ρθες.»

«Δεν συμφωνώ! Εγώ πιστεύω πως δεν ήσουν τιποτένιος. Με τίποτα!

Γεννήθηκες εσύ, μόνο εσύ, αγαπητέ! Θα μπορούσες να ήσουν κάποιος άλλος, ένας διαφορετικός άνθρωπος. Αλλά προέκυψες εσύ. Ξέρεις μαθηματικά; Ξέρεις πόσα μηδενικά υπήρχαν πίσω από την υποδιαστολή της πιθανότητας να βγεις εσύ; Σοβαρά σου μιλάω, περισσότερες πιθανότητες έχω να πέσω από έναν πύργο και να μην χτυπήσω παρά να γεννηθείς εσύ. Κι όμως γεννήθηκες! Εσύ!

Και μεγάλωσες και πήγες σχολείο και γνώρισες φίλους, ανθρώπους που νοιάζονται για σένα και μετά από αυτό σπούδασες και άρχισες να δουλεύεις. Και όχι μόνο προσέφερες στην κοινωνία έργο, αλλά και γνώρισες και μια κοπέλα και την παντρεύτηκες και κάνατε παιδιά! Μοναδικά παιδιά. Κι αυτά με την σειρά τους έκαναν άλλα παιδιά. Τα εγγόνια σου!

Και δούλεψες και βοήθησες και δολοπλόκησες. Και χάρηκες και λυπήθηκες και αγάπησες και μίσησες και γαλήνεψες και νευρίασες. Τα έκανες όλα, σου συνέβησαν όλα, από τα πιο καλά μέχρι και τα πιο κακά. Και γέμισες χίλιες δυο εμπειρίες στη ζωή σου!

Και γέρος καθώς ήσουν, ή νέος σε κρεβάτι νεκρικό ευχαρίστησες εκείνους που σου συμπαραστάθηκαν, που σε αγάπησαν, που σου χάρισαν όλα όσα έζησες. Και αφού κατάλαβες πως η κύκλος σου τελείωσε, έδωσες την θέση σου στους απογόνους σου. Και φυσικά οι αγαπημένοι σου σε έκλαψαν πολύ.

Και δεν σου βρήκαν κανένα ψεγάδι, κανένα κακό, κανένα παράπτωμα. Κι εσύ χαίρεσαι επιτέλους και χαμογελάς αληθινά. Γιατί άφησες αυτόν τον παλιόκοσμο και γύρισες από εκεί που’ρθες.»

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

Το Δικαστήριο

Η αίθουσα του δικαστηρίου είχε γεμίσει εδώ και ώρα. Μεγαλύτερη κοσμοσυρροή δεν είχε ξαναγίνει. Άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθε κοινωνικής τάξης είχαν μαζευτεί, άνθρωποι κάθε φυλής, κάθε εθνικότητας, χρώματος, θρησκείας, επαγγέλματος. Άνθρωποι καλοί, κακοί, άνθρωποι με λευκά ποινικά μητρώα, κίτρινα χαρτιά, θανατοποινίτες. Είχε μαζευτεί κάθε είδος ανθρώπου που θα μπορούσε να χωρέσει ένας τιποτένιος μπλε πλανήτης.

Ο κατηγορούμενος καθόταν μπροστά, μπροστά. Δικηγόρος δεν υπήρχε δίπλα του. Ο οποιοσδήποτε αρνούνταν να τον υποστηρίξει.

Μετά από λίγη ήρθε ο Δικαστής, μέγας και τρανός, με ύφος πομπώδες και βήμα στητό. Δεν χαιρέτησε κανέναν δίπλα του, δεν κοίταξε να δει το πλήθος του ακροατηρίου. Απλά ήρθε, κάθισε στην καρέκλα του και μίλησε στο μικρόφωνο.

«Κατηγορούμενε ελάτε στο βήμα», τον πρόσταξε και εκείνος με αργά βήματα προχώρησε και στάθηκε μπροστά στο χρόνια κλειστό βιβλίο της Καινής Διαθήκης.

«Βάλτε το χέρι σας πάνω του και ορκιστείτε»

Ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του πάνω στην Καινή Διαθήκη και ορκίστηκε. Να πει την αλήθεια. Και μόνο εκείνη.

Ο Δικαστής κοίταξε κάτι χαρτιά μπροστά του και έπειτα τον κατηγορούμενο.

«Κατηγορήστε για φόνο και κλοπή. Για ψευδομαρτυρία και απειλή. Για διακίνηση ναρκωτικών»

«Και για μοιχεία!», πετάχτηκε ένας από το ακροατήριο, «η γυναίκα του μόνο ξέρει τι τραβάει!»

«Είναι και αλαζόνας!», ακούστηκε μία άλλη φωνή

«Και μισεί τους συνανθρώπους του!»

«Και χλευάζει!»

«Και δεν έχει μέτρο!»

«Και τρώει σαν γουρούνι!»

«Είναι αλήθεια αυτά κατηγορούμενε;», ρώτησε ο Δικαστής.

Εκείνος έγνεψε καταφατικά και χαμήλωσε το κεφάλι.

«Τότε μάρτυρες δεν χρειάζονται, γιατί μάρτυρες είναι οι πράξεις σας οι ίδιες! Καταδικάζεστε σε φυλάκιση ισόβια, σε απομόνωση, σε κελί που παρέα θα σας κάνει μόνο η ένοχή σας συνείδηση!»

Εκείνος έκανε να διαμαρτυρηθεί.

«Δεν χωράνε διαμαρτυρίες κύριε. Τι θες;! Δεύτερη ευκαιρία; Και πόσες δεύτερες ευκαιρίες δεν καταχράστηκες αγαπητέ; Πόσες φορές σε πιάσαμε και σε αφήσαμε ελεύθερο, σου διαγράψαμε από το ποινικό μητρώο τις πράξεις σου μόνο και μόνο για να το ξαναγεμίσεις, πιο μεγάλο αυτή τη φορά;»

»Τι λες τώρα; Δεν το ήξερες; Μόνο ένας τυφλός, κουφός και ανόητος μαζί δεν θα το ήξερε. Κι εσύ δεν είσαι τίποτα από αυτά. Αλήθεια σου λέω είχα όλη την καλή διάθεση να σε βοηθήσω. Μόνο που εσύ εκμεταλλεύτηκες την καλή μου την διάθεση, με κορόιδεψες μπροστά στα μάτια μου και τώρα ζητάς και τα ρέστα από πάνω!»

Ο κατηγορούμενος πήγε να πει κάτι.

«Έληξε η συνεδρίαση»

Ο άνθρωπος πήγε να ξεφύγει από τα χέρια των φρουρών που τον οδηγούσαν στην φυλακή.

«Έληξε η συνεδρίαση»

Τώρα τον οδηγούσαν έξω από το Δικαστήριο, στις σκοτεινές φυλακές. Και το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν η φράση

«Έληξε η συνεδρίαση»

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

Γιατί και πως είναι καλό να είσαι ο εαυτός σου

Από μικρός, όπως όλα τα παιδιά, ήθελα να μεγαλώσω γρήγορα, να κάνω το επάγγελμα των ονείρων μου, να είμαι σταθερός στα πόδια μου, στη ζωή μου, σοφός και ανεξάρτητος. Αν υπήρχε κάποια μεγάλη αλήθεια και κοσμοθεωρία που να ενστερνιζόμουν εκείνη την εποχή ήταν ότι οι μεγάλοι αναμφισβήτητα ήταν τυχεροί.

Όταν όμως πέρασα στην φάση της εφηβείας πάγωσα. Κοίταξα τον κόσμο γύρω μου, τους συνομήλικους μου, μερικά παιδιά κάποια χρόνια μεγαλύτερα και τρόμαξα. Όλα ήταν διαφορετικά από την παιδική μου ηλικία, όλα φαίνονταν πως θα πάρουν έναν διαφορετικό δρόμο απ’ότι αρχικά ονειρευόμουν. Τα πάντα είχαν αλλάξει. Οι ασχολίες, οι απόψεις, τα παιχνίδια, η διασκέδαση. Τα πάντα! Ξαφνικά το κρυφτό ήταν για παιδιά, τα βιντεοπαιχνίδια κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπεσαι αν έπαιζες-εκτός κι αν είναι counter ή pro- και τα κορίτσια δεν ήταν πια χαζά.

Επειδή όμως είμαι παλιομοδήτης και όχι και τόσο νεωτεριστής από την φύση μου, δεν δέχτηκα αυτές τις αλλαγές. Και σαν συνέπεια έπλασα έναν δικό μου κόσμο, ένα κλειστό κέλυφος, που οι άλλοι ήταν απλώς χαζοί, νόμιζαν πως ήταν μεγάλοι, δεν ήταν, συμπεριφέρονταν όμως και είχαν ξεχάσει όλες τις απολαύσεις του να είσαι παιδί. Και φυσικά εγώ ήμουν ο σωστός, ο καλύτερος και εξακολουθούσα να συμπεριφέρομαι όπως άρμοζε στην παιδική μου φύση. Με λίγα λόγια έφτιαξα μια δικαιολογία πολύ πειστική με αποτέλεσμα να αργήσω να μεγαλώσω. Τώρα, αυτή την στιγμή που γράφονται αυτά τα λόγια, πιστεύω είμαι ο τελευταίος στην παρέα μου που άρχισε να ωριμάζει, αλλά ακόμα δεν έφτασε στο στάδιο να δεχτεί όλες τις κοινά αποδεχτές «ώριμες» ασχολίες των συνομηλίκων του.

Βλέπετε όμως με τον καιρό αποφάσισα να ανοιχτώ λίγο, να κερδίσω πράγματα που είχα στερηθεί λόγω της ιδιοτροπίας μου και να δεχτώ στοιχεία των υπολοίπων στην ζωή μου. Να έχω τέλος πάντων βρε αδερφέ μία υγιής κοινωνικοποίηση. Ζώντας λοιπόν σαν έφηβος ανακάλυψα πως όντως δεν ήταν οι άλλοι χαζοί, αλλά εγώ φοβόμουν να μεγαλώσω και να φερθώ ίσως πιο ώριμα και καθώς πρέπει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως αποδέχτηκα την κάθε συμπεριφορά ενός εφήβου.

Βλέπετε ανακάλυψα κάτι πολύ σημαντικό. Μπορώ ταυτόχρονα να είμαι ένας φυσιολογικός έφηβος κάνοντας όμως ότι μου φέρνει ευχαρίστηση για το οποίο δεν ντρέπομαι. Έτσι λοιπόν συνεχίζω να παίζω βιντεοπαιχνίδια, να διαβάζω βιβλία, να εξακολουθώ να πιστεύω πως οι καφετέριες είναι χάσιμο χρόνου (χωρίς αν τις αφορίζω όμως), να διαβάζω για το σχολείο και να μην είμαι ούτε μάγκας, ούτε άγριος, ούτε κάποιο από τα προβαλλόμενα πρότυπα. Και όλα αυτά συντελούν στο να είμαι ο εαυτός μου. Και επειδή είμαι ο εαυτός μου, κάτι το μοναδικό και ανεπανάληπτο, μπορώ να πετύχω πράγματα όπως να κάνω τους άλλους να γελάσουν ή να τους ευχαριστήσω με διάφορους τρόπους, να με θεωρούν καλό φίλο και άνθρωπο. Δεν ξέρω αν είμαι κάτι από αυτά, αλλά ξέρω πως αυτά τα πέτυχα δρώντας χωρίς να με νοιάζει να καλουπωθώ σε κάποια φόρμα συμπεριφοράς, αλλά δημιουργώντας την δικιά μου, ένα μίγμα από φόρμες.

Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο πιο ενδιαφέρον άνθρωπος, ο πιο cool άνθρωπος είναι εκείνος που είναι ο εαυτός του. Ο καθένας το αισθάνεται αυτό. Ακόμα και στα βιβλία και στις ταινίες οι αγαπημένοι μας ήρωες δεν είναι οι καθημερινοί τύποι, αλλά αυτοί που έχουν δικά τους χαρακτηριστικά και παραξενιές (όχι, δεν προτρέπω κανέναν να γίνει παράξενος). Αλήθεια σας λέω, πως το να είσαι ο εαυτός σου φέρνει μεγαλύτερη ευτυχία και σε σένα και στους γύρω σου και σε κάνει πιο δελεαστικό σαν άτομο. Φυσικά δεν μιλάω για ανθρώπους που το έχουν χάσει και ο πραγματικός εαυτός τους είναι κάποιος που θέλει το κακό των άλλων.

Να το πάω κι ένα βήμα πιο πέρα; Όταν θέλετε να πλησιάσετε ένα κορίτσι ή αγόρι(ίσως κάποια μέρα διαβάζουν και κορίτσια αυτό το blog) με σκοπό ερωτικό νομίζετε πως δεν αλλάζετε τον εαυτό σας; Δεν γίνεστε πιο ευγενικοί, καλοί και ευαίσθητοι; Αλλά έτσι δεν κοροϊδεύετε το άτομο που θέλετε να πλησιάσετε; Διότι περί κοροϊδίας πρόκειται. Να γιατί χωρίζουν και ζευγάρια ανθρώπων που παντρεύτηκαν νωρίς. Και να γιατί το να είσαι ο εαυτός σου προσφέρει πιο πολλά. Ναι, αλλά αν ο «εαυτός» μου δεν είναι αυτός που προσελκύει άτομα που με ενδιαφέρουν; Άλλαξε τον. Υιοθέτησε καινούργιες συμπεριφορές που να αποτελούν όμως κομμάτι της ζωή σου ολόκληρης και όχι εαυτό πέντε λεπτών. Με λίγα λόγια γίνε αυθεντικός, αλλά απλά καλύτερος και ανανεωμένος.

Το να είσαι ο αυτός σου είναι πολύ σημαντικό, πολύ σπάνιο, αλλά και παρεξηγημένο. Όταν λέμε ο εαυτός σου δεν σημαίνει πως θα πρέπει κανείς να αποδεχτεί τις όποιες ατέλειες του που επιδέχονται επιδιόρθωση, αλλά όπως τόνισα και πιο πάνω να μπορεί να γίνει καλύτερος. Αλλά αυτή η αλλαγή του να είναι μόνιμη και όχι παραπλανητική, για να πετύχει τον σκοπό του και μετά να γίνει ο παλιός του όχι και τόσο καλός εαυτός. Έτσι γινόμαστε και πιο αγαπητοί στους άλλους και χαίρονται να κάνουν παρέα μαζί μας. Μάλλον γι’αυτό ο Dale Carnegie έλεγε και ξαναέλεγε «Σας προτείνω ένα νέο τρόπο ζωής».

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2007

Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Το κρύο τρυπούσε τα κόκαλά του, έτσι όπως τσουχτερό καθώς ήταν, γλιστρούσε από τις σκοτεινές γωνίες της πόλης, έπεφτε σαν αλεξιπτωτιστής από της χιονισμένες γκρίζες ταράτσες και σαν ριπή πολυβόλου αγκιστρωνόταν μέσα, βαθιά στο σώμα, γραπώνοντας το τόσο σφιχτά που, νόμιζε πως και την ίδια του την ψυχή είχε πιάσει και δεν την άφηνε να φύγει. Και όσο πιο μουδιασμένοι ήταν οι μύες , τόσο πιο δυνατός ήταν ο πόνος, ένα φριχτό βασανιστήριο. Και δίπλα του, μπροστά του και γύρω του, χόρευαν σαν τρελές οι νιφάδες που έπεφταν από τον τιμωρό ουρανό λες και έπαιρναν μέρος σε ένα καρναβάλι των καταδικασμένων, σε ένα γαϊτανάκι του παραλόγου που στο μέσο του τραπεζιού της μαύρης αυτής γιορτής κάθονταν ως εκλεκτοί καλεσμένοι ο θάνατος και πόνος.

Σερνόμενος τώρα πια, χωρίς την παραμικρή στάλα δύναμης μέσα του, μόνος ανάμεσα στον κόσμο και τις σκοτούρες του, κατευθύνθηκε σε μία φάτνη, από εκείνες της μεγάλες, πλαστικές ή ξύλινες, που στολίζουν τις πόλεις, πάντα τέτοια περίοδο, όχι για να δοξάσουν την θαυματουργή γέννηση του θείου βρέφους, αλλά επειδή τους το επιβάλουν η μόδα, και οι μαστροποί της, οι πολυεθνικές εταιρίες. Ήλπιζε να βρει ζεστασιά σε αυτή τη φάτνη, κάποια φωτιά, ένας μέρος να ανακουφιστεί έστω και για δευτερόλεπτα, προτού τον διώξουν οι αρχές σαν παράσιτο, από το πρώτο σπίτι του Κυρίου του.

Δεν βρήκε όμως ίχνος ζεστασιάς που να ζεσταίνει το φθαρτό και γεμάτο πληγές σώμα του. Δεν βρήκε φωτιά, δεν βρήκε γωνιά να ξαποστάσει, δεν βρήκε άχυρο αληθινό να κουκουλωθεί με αυτό. Δεν βρήκε όμως και αρχές για να τον διώξουν. Και κινούμενος ανάμεσα στα όρια της απελπισίας και της αναγκαιότητας ξάπλωσε στο κρύο έδαφος της φάτνης, ίσως το τελευταίο πράγμα που θα έκανε ποτέ του πλέον.

Το βλέμμα του έγινε απλανές και σκοτεινό και χάθηκε στα βάθη της θάλασσας των αναμνήσεων του. Ποτέ του δεν γεννήθηκε πλούσιος, ποτέ του δεν έζησε με αφθονία και δεν έφαγε με κανονικά μαχαιροπίρουνα. Τα μπάνια του τα έκανε το καλοκαίρι που είχε ζέστη, συνήθως σε κάποιο βρόμικο ποτάμι ή λίμνη, τα μαλλιά του τα κούρευε μόνος του με ένα χάλκινο, πράσινο από τον καιρό, ψαλίδι. Την μάνα του την έθαψε έντεκα χρονών σε ένα χωράφι έξω από την πόλη, πατέρα δεν γνώρισε ποτέ. Και όλα αυτά τα χρόνια μόνος γνώρισε μόνο την ταπείνωση και την απογοήτευση.

Αλλά παρόλο που η αγάπη και ο έρωτας ήταν για εκείνον λέξεις στην βιτρίνα των καταστημάτων, τυπωμένες πάνω σε κολόνιες και καλλυντικά, παρόλο που το μόνο χάδι που ένιωσε από κάποιον ξένο ήταν μία δυνατή σφαλιάρα όταν είχε ζητήσει ελεημοσύνη και ο μόνος καλός λόγος που άκουσε ποτέ ήταν βρισιές και αναθεματισμοί δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να μισήσει τους άλλους, να τους πληγώσει ή να ευχηθεί τα χειρότερα γι’αυτούς. Ίσως γιατί πίστευε στην καλοσύνη τους, ίσως γιατί είχε συμφιλιωθεί με την ιδέα πως οι άνθρωποι ήταν κακοί και δε ήθελε να γίνει ένας από αυτούς.

Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο για να δοκιμάσει του πιστούς, του έλεγε και του ξαναέλεγε η μητέρα του, τον καιρό που ζούσε και τον τύλιγε ανάμεσα στα ζεστά της ρούχα για να μπορέσει να δει την επόμενη μέρα. Και δεν ήξερε πλέον πως έπρεπε να αισθανθεί όταν σκεφτόταν την ζωή που του χάρισε ο Θεός. Ευγνωμοσύνη που δοκιμάστηκε και επάξια έφτασε ως το τέλος ή ένα πελώριο κενό που δεν γνώρισε τίποτε άλλο από την δυστυχία;

Έχοντας στο μυαλό του αυτά ένιωσε εξουθενωμένος και ανήμπορος να κουνηθεί. Κοίταξε για μία τελευταία φορά τα πρόσωπα της φάτνης και μετά τον ουρανό. Κι εκεί, μέσα στο κρύο, το τσουχτερό κρύο της φύσης, το σκοτεινό κρύο της καρδιάς των ανθρώπων, πεινασμένος και κουρασμένος, τσακισμένος και βασανισμένος, έβγαλε την τελευταία του πνοή σιωπηλός, ακίνητος, αόρατος.

Και ποιος ξέρει τι απέγινε εκείνη η ψυχή που βγήκε από το σώμα του. Ίσως η καλοσύνη του να αναγνωρίστηκε και να πήγε στον Παράδεισο, να βρήκε την αγάπη και την δικαίωση που τόσο ονειρευόταν. Ίσως πάλι να ήταν ένας παλιάνθρωπος και οι πράξεις του να τον οδήγησαν στα δεινά της Κόλασης. Και ίσως πάλι τα πάντα να είναι φθαρτά και επίγεια και ένας άνθρωπος έζησε και πέθανε μάταια και βασανισμένα, έρμαιο της κακίας μας και της κακίας της τύχης.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007

Ο κύριος D διαβάζει βιβλία

Ο κύριος D ήταν ευχάριστος άνθρωπος, φιλικός με όλους και ποτέ δεν είχε μείνει χωρίς φίλους. Είχε ταξιδέψει πολύ στη ζωή του, πάντα βρισκόταν μόνος σε μία ξένη χώρια, αλλά μέσα σε λίγες μέρες πάντα γνώριζε ανθρώπους για να κάνει παρέα, να πει μια κουβέντα, να πιει ένα ποτήρι αλκοόλ. Εδώ και μερικά χρόνια έμενε σε μία μικρή πόλη και δεν ήταν περίεργο που κάθε πρωί όλοι τον χαιρετούσαν στον δρόμο. Όλοι τον γνώριζαν τον κύριο D.

Μία μέρα όμως ο κύριος D βαρέθηκε τις πολλές συναναστροφές και αποφάσισε να διαβάσει βιβλία. Πήγε μια και δυο στο βιβλιοπωλείο, αγόρασε όλους του μεγάλους συγγραφείς και κλείστηκε για αρκετές μέρες στο σπίτι του μελετώντας.

Όταν μετά από καιρό αποφάσισε πως διάβασε αρκετά και πως πολλά είχε αποκομίσει από τα σοφά λόγια των βιβλίων βγήκε από το σπίτι του με την επιθυμία να ξαναμιλήσει με τους ανθρώπους, τους γνωστούς του γείτονες και συμπολίτες.

Όμως εκείνη την ημέρα κανένας δεν τον χαιρέτησε, κανένας δεν φώναξε από μακριά το όνομά του και δεν του έσφιξε θερμά το χέρι. Και όλους όσους ρωτούσε γιατί δεν του μιλούσαν και δεν τον χαιρετούσαν, εκείνοι πολύ απλά και ειλικρινά απαντούσαν πως δεν ήξεραν ποιος είναι. Κι όταν αυτός επέμενε πως ήταν ο κύριος D εκείνοι απαντούσαν «Αν όντως είσαι ο D, τότε πολύ έχεις αλλάξει φίλε μου».