Σάββατο 30 Αυγούστου 2008

Η κηδεία

Εμπνευσμένο από μία ιστορία που μου έδωσε να διαβάσω ένας φίλος

Έβρεχε ασταμάτητα αλλά εκείνον δεν τον ένοιαζε. Στεκόταν ακίνητος με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά του, το κεφάλι σκυφτό, μα το βλέμμα του καρφωμένο στην ευθεία.

Φυσούσε τσουχτερός ο αέρας, αλλά εκείνον δεν τον ένοιαζε. Η λεπτή γκρίζα του καμπαρντίνα ανέμιζε σαν τρελή και το κρύο, συνάπτοντας συμμαχία με τα βρεγμένα του ρούχα του έκαιγε το σώμα.

Γευόταν την αρμύρα των δακρύων στο στόμα του, αλλά εκείνον δεν τον ένοιαζε. Τα μάτια του κόκκινα από την αγρυπνία έκαναν ό,τι λιγότερο μπορούσαν για να εκφράσουν αυτό που αισθανόταν.

Ο ιερέας τελείωνε την λειτουργία και σε λίγο συγγενείς και φίλοι θα χαιρετούσαν τον νεκρό στον τάφο του ακόμα μια φόρα, πριν το χώμα τον σκεπάσει και επιστρέψει από εκεί που είχε έρθει.

Έφτασε και η σειρά του. Οι συγγενείς και οι φίλοι είχαν πάει σε ένα καφενείο παραδίπλα να γευτούν τα απαραίτητα γλυκίσματα. Εκείνος όμως δεν έλεγε να κουνηθεί από την θέση του. Κοιτούσε το φέρετρο και αναπολούσε. Αναπολούσε το παρελθόν μαζί της.

Θυμήθηκε τις καλές στιγμές, θυμήθηκε τις άσχημες, αλλά γρήγορα τις έβγαλε από το μυαλό του. Θυμήθηκε τα καλά της χαρακτηριστικά, θυμήθηκε τα κακά της χαρακτηριστικά, αλλά ξαφνικά δεν φάνταζαν και τόσο άσχημα. Θυμήθηκε πως έλαμπε το πρόσωπό της, όποτε ήταν χαρούμενη, έκανε να θυμηθεί πως έμοιαζε το πρόσωπό της, όταν ήταν λυπημένη, αλλά δεν μπορούσε να σχηματίσει κάποια συγκεκριμένη εικόνα στο μυαλό του.

Τέλος, το νου του κατέκλυσαν τα λόγια εκείνα που τόσο ήθελε να πει μπροστά της, όσο ακόμα ήταν ζωντανή. Ήταν λόγια αγάπης, λόγια συγχώρεσης, λόγια που έμοιαζαν με ένα καταπράσινο λιβάδι, με χορτάρια μουσκεμένα από τη δροσιά ένα φθινοπωρινό απόγευμα.

Ένιωσε ένα τεράστιο κενό μέσα του, ένα βαρύ μαύρο να έχει εξαπλωθεί σε όλο του το στήθος. Με συρτά βήματα έκανε να φύγει από τον τάφο, όταν τα δάκρυα ήρθαν να μουσκέψουν τα μάτια του για άλλη μια φορά. Τώρα δεν έκλαιγε μόνο για εκείνη. Έκλαιγε και για τον ίδιο του τον εαυτό. Είχε την τέλεια κοπέλα κοντά του, τα τέλεια λόγια μέσα του και ο αχρείος, τα είχε αφήσει όλα να χαθούν.

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2008

Κλείνωντας τα 18 (σκέψεις και πάλι σκέψεις)

Δεν μπορώ να πω πως δεν πέρασα ωραία την ημέρα των γενεθλίων μου. Είχε σχεδόν όσα θα μπορούσε να ζητήσει κανείς από μία τέλεια μέρα. Εντάξει δεν είχε πολλά λεφτά, ούτε ρουφηχτά φιλιά γεμάτα πάθος, ούτε μακρινά ταξίδια σε εξωτικά νησιά, αλλά είχε ότι έπρεπε για να περάσει ένας άνθρωπος ευχάριστα την μέρα του. Το πρωί περιλάμβανε γυμναστήριο, χλιαρό μπάνιο και internet (εκεί όπου και μου ευχήθηκαν πολλά αγαπημένα μου άτομα και τα ευχαριστώ πολύ). Το μεσημέρι ακολούθησε με ωραίο φαγητό (χταπόδι με κοφτό μακαρόνι), final fantasy 12, μουσική, παράξενο ξύρισμα και δυο φίλους. Το απόγευμα σβήσιμο τούρτας παγωτό και φυσικά η καταβρόχθιση της, προτελευταίο επεισόδιο της 4ης season του House MD, ωραία, ατμοσφαιρική και καλοσκηνοθετιμένη ταινία (Sweeny Todd). Όταν μάλιστα ήρθαν και οι υπόλοιποι φίλοι μου έφεραν τρομερά δώρα, αν και πιστεύω πως η παρουσία τους και μόνο ήταν αρκετή. Το βράδυ με βρήκε με την παρέα μου να καταβροχθίζει ο καθένας μία οικογενειακή πίτσα, με συναπαντήματα με φίλους και γνωστούς στον πεζόδρομο και με ένα Jack Daniels σε ένα μαγαζί όπου και πήγαμε όσοι είχαμε μείνει κατά τις 12 ακόμη έξω.

Ναι, ήταν μία τρομερή μέρα. Μία πολύ ευχάριστη μέρα. Όμως δεν έλειψαν και οι συνειρμοί προς το τέλος εκείνης. Ήμουν πλέον 18. Μία ηλικία σταθμός, όπως πάντα ένιωθα, στην ζωή του ανθρώπου. Ήμουν (και είμαι) πλέον ένα βήμα πέρα από την διαχωριστική γραμμή δύο διαφορετικών κόσμων.

Τι έχω κάνει μέχρι στιγμής αναρωτήθηκα; Αν πέθαινα εδώ και τώρα τι θα άφηνα πίσω; 18 χρόνια ζωής. Το μόνο που έκανα ήταν να διαβάζω σαν σκυλί για το σχολείο για να βγάλω 18.208 μόρια στις πανελλαδικές, να βλέπω τηλεόραση και να παίζω βινετοπαιχνίδια, χωρίς να ξέρω τίποτε το σημαντικό για αυτά. Ακόμη και μουσική που πρόσφατα άρχισα να ακούω δεν ξέρω. Για ρούχα, για ποτά, για δραστηριότητες δεν ξέρω. Με τους ανθρώπους μόνο τα τελευταία 3 χρόνια άρχισα να θέλω να τα πηγαίνω καλά και να μιλάω σε όλους και πάλι έχω πολύ δρόμο μπροστά μου. Δεν επηρέασα την ζωή ενός άλλου ατόμου. Και από τρέλες ελάχιστες, έως καμία. Τι έχω καταφέρει μέχρι στιγμής στην ζωή μου;
Τι παραπάνω έχω κάνει εγώ από έναν χλιάρα που τον βλέπεις έξω και σκέφτεσαι πως είναι αποτυχημένος;

Έκατσα και σκέφτηκα τι διαφορετικό θα μπορούσα να είχα κάνει, αντί να ζήσω την ζωή μου όπως την έζησα. Τι θα ήμουν, με ποιους θα έκανα παρέα, τι θα σκεφτόμουν τώρα. Και είδα μία εναλλακτική πραγματικότητα, που, δεν σας το κρύβω, με τρόμαξε. Θα ήμουν σαν τους άλλους, δεν θα είχα τους φίλους που θα είχα τώρα. Θα ήμουν ο χλιάρας του δρόμου που θα με έβλεπε ένας άλλος σαν κι εμένα και με έλεγε αποτυχημένο. Αν ήμουν αυτός ο χλιάρας δεν θα καθόμουν καν να γράφω αυτά εδώ τα πράγματα.

Και τότε συνειδητοποίησα πόσο τυχερός είμαι που έζησα όλα αυτά που έζησα μέχρι τώρα. Και τα καλά, και τα άσχημα και τα αμφιλεγόμενα. Έφερε στο μυαλό μου όλα τα μικρά ταλέντα που μπορεί να έχω, όλους εκείνους με τους οποίους συναναστράφηκα και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επηρέασαν την ζωή μου. Μου αρέσω, μου αρέσουν οι γνώσεις μου, μου αρέσει η ζωή μου μέχρι τώρα. Κι αν ξαναζούσα από την αρχή, το πιο πιθανό είναι να έκανα τα ίδια. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου έξυπνο ή προικισμένο, αλλά μου αρέσει αυτό που είμαι και η κατάσταση στην οποία έχω φτάσει. Η ζωή μου φέρθηκε αρκετά καλά, ο Θεός άπλωσε το χέρι του πλουσιοπάροχα κι εγώ από αχαριστία δεν αναγνώριζα όλα τα καλά γύρω μου.
Ναι, τελικά είναι αυτές οι στιγμές που σε κάνουν να καταλάβεις πως ο ουρανός είναι όντως μπλε, η θάλασσα ήρεμη το βράδυ, ο ήλιος λαμπρός και φωτεινός και τα αστέρια απλά κι όμως μαγευτικά, καθώς σε κάνουν να τα κοιτάς για ώρες ατέλειωτες.
Ναι, είμαι 18 χρονών. Και κατάφερα να γράψω αυτό εδώ το κείμενο. Και είμαι περήφανος γι’αυτό.

Κυριακή 29 Ιουνίου 2008

Cow love song (ένα τραγούδι για πονεμένες καρδιές και ερωτεύσιμες αγελάδες)

Her eyes are like big mirrors
Her hair like rainbow’s end
Her favorite island’s Siros
And Superman’s Clark Kent

And who am I to praise your beauty
My friend’s a brown kangaroo
My pirate aunt collects some booty
Oh sing me again that song called “Moooooo”

You’re the best cow I have ever met (baby)
You’re the dream of my dream’s dream
Make feel like I’m in heaven (Katy)
And let me squeeze your tits for milk

Now you’re lying on your death bed
You’re mooing prayers to cow-god
I’ll be again a lonely shepherd
Did you at least leave me some gold?

And your will was to give me nothing
As you said I betrayed your heart
But believe when I say it Katy
That goat got me really drunk

You’re the best cow I have ever met (baby)
Now you’re just some juicy steak
I will always remember you (Katy)
excuse me now, I must hit the gym

Oh yeah, oh yeah….

Σάββατο 22 Μαρτίου 2008

Ο σκύλος

Επειδή χτες ήταν η παγκόσμια ημέρα ποίησης είπα να δημοσιεύσω ένα ποίημα.

" Ήρθε σπίτι μου ένας σκύλος

βρομιάρης, ψειριάρης, με ψώρα,

γεμάτος ψύλλους και σπασμένα μέλη,

άτριχος και με βγαλμένο μάτι.

Έβγαλα ένα περίστροφο και σκότωσα τον μαλάκα τον σκύλο."



Επειδή μερικά ποιήματα δεν βγάζουν νόημα.

Σάββατο 15 Μαρτίου 2008

Για τους gentlemen

Στην πρώτη ανάρτηση του blog είχα πει πως θα συμπεριλάμβανε και αστεία posts. Αλλα μέχρι τώρα είχα αφιερωθεί μόνο σε ιστορίες, γενικές γνώσεις και σοβαρά κείμενα.

Ωρίστε λοιπόν για αλλαγή η παρακάτω λίστα:

- Ένας gentleman δεν υπακούει ποτέ σε κανόνες. Αυτός είναι και ο πρώτος κανόνας στο βιβλίο κανόνων των gentlemen. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί δεν υπήρχε δεύτερος.

- Ένας gentleman είναι πάντα άντρας, ενώ δεν ισχύει και το αντίστροφο.

- Ένας gentleman φοράει συνήθως κοστούμι, έχει κοντά τα μαλλιά του με μια ελάχιστη φαβορίτα.

- Η ματιά του gentleman είναι ματιά ανθρώπου εκλεπτυσμένου, σκληρού μα και ευαίσθητου.

- Εξαιτίας του παραπάνω δεν πάει να πει πως όλοι οι gentlemen είναι έξυπνοι.

- Ένας gentleman διαβάζει πάντα εφημερίδα, ενώ ταυτόχρονα κάθεται με στιλ, έχοντας το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Αυτό δεν δηλώνει γυναικείο χαρακτηριστικό πάνω του, αλλά σιγουριά για τον ανδρισμό του.

- Ένας gentleman είναι πάντα πρόθυμος να βοηθήσει όλα τα όντα γυναικείου φίλου. Στα όντα ανδρικού φύλου φέρεται σαν συμπαραστάτης ή σαν είρων. Αυτή η μοναδική του ιδιότητα τον κάνει καλό φίλο, τρομερό εχθρό και ακαταμάχητο εραστή.

- Ένας πραγματικός gentleman δεν τρώει ποτέ γλυκά, αλλά δεν λέει ποτέ όχι σε ένα λαχταριστό προφυτερόλ.

- Ένας πραγματικός gentleman κουβαλάει λεφτά και στις δυο τσέπες του παντελονιού του. Όχι τόσο γα να νιώσει ασφάλεια, όσο επειδή έχει την καλή διάθεση να βοηθήσει δύο κλέφτες αντί για έναν.

- Ένας gentleman ποτέ δεν δέχεται κέρασμα ή βοήθεια από κάποιον λόγω ευγένειας, αλλά για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να πει και όχι. Όταν καταφέρει να λύσει αυτό το πρόβλημα τότε μπορεί επάξια να αποκαλείται gentleman.

- Ένας gentleman δεν φοβάται τίποτα, εκτός από το να του λερωθεί το καθαρό του κοστούμι.

- Ένας gentleman δεν τρώει ποτέ όλο του το φαγητό. (by Manos/Sindar)

- Ένας gentleman κάνει μπάνιο με το κοστούμι του.

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2008

Για τους πεθαμένους

«Και ξεκίνησες από ένα ζυγωτό αγαπητέ άνθρωπε, ένα τιποτένιο γονιμοποιημένο ωάριο, από ένα τιποτένιο σπερματοζωάριο. Σοβαρά τώρα, είναι τόσο τιποτένια που το καθένα φέρει τα μισά χρωμοσώματα από ένα σωματικό σου κύτταρο. Και συνέχισες να υπάρχεις επειδή δεν ήσουν ομόζυγος σε θνησιγόνα γονίδια και δεν έγινε κάτι απρόοπτο καθόλη την διάρκεια της κύησης. Και άρχισες να διαιρείσαι ξανά και ξανά και να διαμορφώνεσαι και να βγάζεις πόδια, χέρια, μάτια και στόμα και να κλοτσάς και να τρέφεσαι από την ίδια σου την μάνα.

Και σαν γεννήθηκες το πρώτο πράγμα που ίσως να έκανες ήταν να κλάψεις, να παραπονεθείς που βγήκες στον κόσμο. Ή δεν έβγαλες άχνα. Και πάλι όμως ένιωθες άβολα που σε έβγαλαν στο φως, που έγινες ένας από εμάς. Δεν σε κατηγορώ, όμως.

Το κλάμα σου αποδείχτηκε δίκαιη διαμαρτυρία.

Και μεγάλωσες και σου έκαναν γενέθλια, γιατί προηγουμένως σου έδωσαν το όνομα του παππού σου ή επειδή πήγες να τους πεθάνεις το όνομα κάποιου Αγίου που σε έταξαν. Σου έφεραν δώρα και έφαγες ένα τεράστιο κομμάτι τούρτα!

Και μετά πέρασε ο καιρός και πήγες σχολείο, όπου γνώρισες άλλους ανθρώπους και έμαθες γράμματα. Και αφού τα χρόνια κύλησαν πήγες και σπούδασες και έγινες λαμπρός επιστήμον στον τομέα σου. Δεν άργησες δε να βρεις και μια γυναίκα να παντρευτείς και να ενώσετε κι εσείς κάμποσους τιποτένιους παρακμιακούς γαμέτες.

Και δούλεψες και βοήθησες και δολοπλόκησες. Και χάρηκες και λυπήθηκες και αγάπησες και μίσησες και γαλήνεψες και νευρίασες. Τα έκανες όλα, σου συνέβησαν όλα, από τα πιο καλά μέχρι και τα πιο κακά.

Και έφτασες να είσαι μεγάλος σε ηλικία, να βασανίζεσαι από χίλιες δυο αρρώστιες και από τα αναπτυγμένα μίγματα των τιποτένιων γαμετών των δικό αναπτυγμένων μιγμάτων τιποτένιων γαμετών. Και ένα ωραίο πρωινό ή μια ζεστή νύχτα έφυγες από την ζωή σπίτι σου ή σε ένα νοσοκομείο. Και τα διαιρεμένα ζυγωτά που άφησες πίσω σου σε έκλαψαν πολύ.

Και δεν σου βρήκαν κανένα ψεγάδι, κανένα κακό, κανένα παράπτωμα. Κι εσύ χαίρεσαι επιτέλους και χαμογελάς αληθινά. Γιατί άφησες αυτόν τον παλιόκοσμο και γύρισες από εκεί που’ρθες.»

«Δεν συμφωνώ! Εγώ πιστεύω πως δεν ήσουν τιποτένιος. Με τίποτα!

Γεννήθηκες εσύ, μόνο εσύ, αγαπητέ! Θα μπορούσες να ήσουν κάποιος άλλος, ένας διαφορετικός άνθρωπος. Αλλά προέκυψες εσύ. Ξέρεις μαθηματικά; Ξέρεις πόσα μηδενικά υπήρχαν πίσω από την υποδιαστολή της πιθανότητας να βγεις εσύ; Σοβαρά σου μιλάω, περισσότερες πιθανότητες έχω να πέσω από έναν πύργο και να μην χτυπήσω παρά να γεννηθείς εσύ. Κι όμως γεννήθηκες! Εσύ!

Και μεγάλωσες και πήγες σχολείο και γνώρισες φίλους, ανθρώπους που νοιάζονται για σένα και μετά από αυτό σπούδασες και άρχισες να δουλεύεις. Και όχι μόνο προσέφερες στην κοινωνία έργο, αλλά και γνώρισες και μια κοπέλα και την παντρεύτηκες και κάνατε παιδιά! Μοναδικά παιδιά. Κι αυτά με την σειρά τους έκαναν άλλα παιδιά. Τα εγγόνια σου!

Και δούλεψες και βοήθησες και δολοπλόκησες. Και χάρηκες και λυπήθηκες και αγάπησες και μίσησες και γαλήνεψες και νευρίασες. Τα έκανες όλα, σου συνέβησαν όλα, από τα πιο καλά μέχρι και τα πιο κακά. Και γέμισες χίλιες δυο εμπειρίες στη ζωή σου!

Και γέρος καθώς ήσουν, ή νέος σε κρεβάτι νεκρικό ευχαρίστησες εκείνους που σου συμπαραστάθηκαν, που σε αγάπησαν, που σου χάρισαν όλα όσα έζησες. Και αφού κατάλαβες πως η κύκλος σου τελείωσε, έδωσες την θέση σου στους απογόνους σου. Και φυσικά οι αγαπημένοι σου σε έκλαψαν πολύ.

Και δεν σου βρήκαν κανένα ψεγάδι, κανένα κακό, κανένα παράπτωμα. Κι εσύ χαίρεσαι επιτέλους και χαμογελάς αληθινά. Γιατί άφησες αυτόν τον παλιόκοσμο και γύρισες από εκεί που’ρθες.»

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

Το Δικαστήριο

Η αίθουσα του δικαστηρίου είχε γεμίσει εδώ και ώρα. Μεγαλύτερη κοσμοσυρροή δεν είχε ξαναγίνει. Άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθε κοινωνικής τάξης είχαν μαζευτεί, άνθρωποι κάθε φυλής, κάθε εθνικότητας, χρώματος, θρησκείας, επαγγέλματος. Άνθρωποι καλοί, κακοί, άνθρωποι με λευκά ποινικά μητρώα, κίτρινα χαρτιά, θανατοποινίτες. Είχε μαζευτεί κάθε είδος ανθρώπου που θα μπορούσε να χωρέσει ένας τιποτένιος μπλε πλανήτης.

Ο κατηγορούμενος καθόταν μπροστά, μπροστά. Δικηγόρος δεν υπήρχε δίπλα του. Ο οποιοσδήποτε αρνούνταν να τον υποστηρίξει.

Μετά από λίγη ήρθε ο Δικαστής, μέγας και τρανός, με ύφος πομπώδες και βήμα στητό. Δεν χαιρέτησε κανέναν δίπλα του, δεν κοίταξε να δει το πλήθος του ακροατηρίου. Απλά ήρθε, κάθισε στην καρέκλα του και μίλησε στο μικρόφωνο.

«Κατηγορούμενε ελάτε στο βήμα», τον πρόσταξε και εκείνος με αργά βήματα προχώρησε και στάθηκε μπροστά στο χρόνια κλειστό βιβλίο της Καινής Διαθήκης.

«Βάλτε το χέρι σας πάνω του και ορκιστείτε»

Ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του πάνω στην Καινή Διαθήκη και ορκίστηκε. Να πει την αλήθεια. Και μόνο εκείνη.

Ο Δικαστής κοίταξε κάτι χαρτιά μπροστά του και έπειτα τον κατηγορούμενο.

«Κατηγορήστε για φόνο και κλοπή. Για ψευδομαρτυρία και απειλή. Για διακίνηση ναρκωτικών»

«Και για μοιχεία!», πετάχτηκε ένας από το ακροατήριο, «η γυναίκα του μόνο ξέρει τι τραβάει!»

«Είναι και αλαζόνας!», ακούστηκε μία άλλη φωνή

«Και μισεί τους συνανθρώπους του!»

«Και χλευάζει!»

«Και δεν έχει μέτρο!»

«Και τρώει σαν γουρούνι!»

«Είναι αλήθεια αυτά κατηγορούμενε;», ρώτησε ο Δικαστής.

Εκείνος έγνεψε καταφατικά και χαμήλωσε το κεφάλι.

«Τότε μάρτυρες δεν χρειάζονται, γιατί μάρτυρες είναι οι πράξεις σας οι ίδιες! Καταδικάζεστε σε φυλάκιση ισόβια, σε απομόνωση, σε κελί που παρέα θα σας κάνει μόνο η ένοχή σας συνείδηση!»

Εκείνος έκανε να διαμαρτυρηθεί.

«Δεν χωράνε διαμαρτυρίες κύριε. Τι θες;! Δεύτερη ευκαιρία; Και πόσες δεύτερες ευκαιρίες δεν καταχράστηκες αγαπητέ; Πόσες φορές σε πιάσαμε και σε αφήσαμε ελεύθερο, σου διαγράψαμε από το ποινικό μητρώο τις πράξεις σου μόνο και μόνο για να το ξαναγεμίσεις, πιο μεγάλο αυτή τη φορά;»

»Τι λες τώρα; Δεν το ήξερες; Μόνο ένας τυφλός, κουφός και ανόητος μαζί δεν θα το ήξερε. Κι εσύ δεν είσαι τίποτα από αυτά. Αλήθεια σου λέω είχα όλη την καλή διάθεση να σε βοηθήσω. Μόνο που εσύ εκμεταλλεύτηκες την καλή μου την διάθεση, με κορόιδεψες μπροστά στα μάτια μου και τώρα ζητάς και τα ρέστα από πάνω!»

Ο κατηγορούμενος πήγε να πει κάτι.

«Έληξε η συνεδρίαση»

Ο άνθρωπος πήγε να ξεφύγει από τα χέρια των φρουρών που τον οδηγούσαν στην φυλακή.

«Έληξε η συνεδρίαση»

Τώρα τον οδηγούσαν έξω από το Δικαστήριο, στις σκοτεινές φυλακές. Και το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν η φράση

«Έληξε η συνεδρίαση»