Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

Ethical Corpus

Ένας φίλος που ήρθε από Θεσσαλονίκη μου έφερε να διαβάσω το βιβλίο «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», του ψυχίατρου Ίρβιν Γιάλομ. Το βιβλίο δεν είναι ένα βιβλίο γεμάτο φιλοσοφίες του Νίτσε. Είναι ένα μυθιστόρημα με πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή και ολοζώντανους χαρακτήρες, ειδικά ο ανθρώπινος Νίτσε με εξέπληξε, το οποίο βέβαια έχει καταπληκτικούς διαλόγους ανάμεσα στον γιατρό Μπρόιερ και τον ασθενή του, Νίτσε, και μερικές φράσεις από τα βιβλία του φιλοσόφου.
Έχοντας γυρίσει σπίτι κατά τη 1 και μισή χτες, μη θέλοντας να μπω στο ίντερνετ αποφάσισα να συνεχίσω το βιβλίο που το είχα αφήσει κάπου στο 6ο κεφάλαιο. Κι εκεί που διάβαζα μου έκανε εντύπωση μία φράση (πολλές μου έκαναν, αλλά εκείνη με έβαλε σε σκέψεις), η οποία έλεγε: «Ποια είναι η σφραγίδα της απελευθέρωσης; - Να μην ντρέπεσαι πια μπροστά στον εαυτό σου!»
«Να μην ντρέπεσαι πια μπροστά στον εαυτό σου!». Το σκέφτηκα και το ξανασκέφτηκα. Προσπάθησα να καταλάβω πως ο Νίτσε εννοούσε την απελευθέρωση. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι μιλούσε για την κατάκτηση της εσωτερικής ελευθερίας. Η ώρα ήταν 3 παρά τέταρτο. Ως τις 4 είχα δομήσει την ακόλουθη θεωρία.

Καταρχάς θεώρησα πως ο αφορισμός του Νίτσε ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δηλαδή, ότι όντως ισχύει αυτό που λέει. Δεν μπορούσα να το συμβιβάσω όμως τόσο με την συνταγματική, εξωτερική εξασφάλιση της ελευθερίας, όσο και με την εσωτερική εξασφάλιση της. Έτσι λοιπόν θεώρησα πως η φράση δεν αναφέρεται, ή τουλάχιστον δεν βρίσκει εφαρμογή, στην έννοια της ελευθερίας σε κοινωνικό επίπεδο και όπως ανέφερα παραπάνω εφαρμόζεται μόνο στην δεύτερη περίπτωση.
Θυμήθηκα, έπειτα, μία φράση ενός ψυχολόγου που είχα διαβάσει που έλεγε πως η πραγματική ενοχή είναι αυτή που αισθανόμαστε επειδή δεν ανταποκριθήκαμε στα δικά μας κριτήρια κι όχι σε εξωτερικά (τι θα πει ο κόσμος, η θρησκεία).
Έχοντας, λοιπόν, το παραπάνω στο νου μου, έβγαλα το συμπέρασμα, πως αφού για να απελευθερωθεί κάποιος πρέπει να μην ντρέπεται μπροστά στον εαυτό του, πρέπει να μην νιώθει ενοχές ερχόμενος αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό. Δηλαδή να έχει ανταποκριθεί στα προσωπικά του κριτήρια. Και τι είναι αυτά τα προσωπικά κριτήρια; Ένα (προσωπικό) οικοδόμημα κανόνων ηθικής.

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη αυτού του οικοδομήματος, όμως; Από που είναι καλό να αντλήσουμε αυτούς τους κανόνες ηθικής;

Αν μιλάμε για την δημιουργία ενός ολοδικού μας, προσωπικού υγιούς σώματος ηθικών κανόνων, τότε οφείλουμε να αντλήσουμε τους κανόνες αυτούς με τον εξής τρόπο.

- Οφείλουμε, πρώτα απ’όλα, να δούμε όλο το φάσμα της γνώσης. Όλους τους ηθικούς κώδικες, κανόνες, όλες τις απόψεις, τις θεωρίες, τις φιλοσοφίες. Πρέπει, δηλαδή, ο φακός μας να είναι στη μέγιστη δυνατή απόσταση από τον τοίχο, ώστε να φωτίζονται όσο το δυνατόν περισσότερα σημεία του τοίχου γίνεται. Είναι λάθος να φωτίσουμε μόνο μία συγκεκριμένη περιοχή του τοίχου, αφού τότε ακολουθούμε μία συγκεκριμένη ιδεολογία (μία συγκεκριμένη θρησκεία ή πολιτική ιδεολογία), χωρίς να μπορούμε να πούμε πως ελεύθερα την επιλέξαμε, μιας και δεν είδαμε τι υπάρχει πέρα από αυτή.

- Πρέπει να παραδεχτούμε το αναμφισβήτητο γεγονός πως δεν υπάρχει μόνο μία αλήθεια και το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τους ηθικούς κανόνες. Το τι θεωρώ εγώ καλό, μπορεί κάποιος άλλος να το θεωρεί κακό και το αντίστροφο. Η αλήθεια είναι σαν την άμμο που την παρασέρνει ο αέρας. Η άμμος από μόνη της είναι στερεή, ο αέρας αέριο, αλλά ο συνδυασμός τους δημιουργεί ένα καινούργιο, ας πούμε, υλικό, που είναι ρευστό. Η αλήθεια είναι ρευστή. Ο κόσμος δεν είναι άσπρος, ούτε μαύρος. Η αλήθεια είναι γκρι. Έτσι, λοιπόν, δεν είναι ανάγκη να βρούμε σε όλα τα άτομα το ίδιο ηθικό οικοδόμημα. Επειδή, όμως, η αλήθεια είναι ρευστό σώμα, μπορεί το ηθικό οικοδόμημα (αν και ισχυρό όταν δημιουργηθεί) να μεταποιηθεί.

- Αφού, τώρα, βλέπουμε ένα φάσμα κινούμενης άμμου πρέπει να αρχίσουμε να συλλέγουμε τι κομμάτια θέλουμε να μας αντιπροσωπεύσουν στην ζωή μας. Το καλύτερο αποτέλεσμα θα έρθει αν δημιουργήσουμε ένα ψηφιδωτό ιδεολογιών που συνδέονται μεταξύ τους με κατάλληλες γέφυρες. Δηλαδή, μπορούμε να πάρουμε έναν χριστιανικό κανόνα κι έναν κανόνα του βουδισμού, μία φιλοσοφία ενός αρχαίου Έλληνα φιλόσοφου κι έναν ηθικό κανόνα μιας άλλης προσωπικότητας και να τα συνδυάσουμε. Μου φαίνεται, ωστόσο, αδύνατο να συνδυαστούν τρόποι σκέψεις εντελώς συμμετρικοί μεταξύ τους. Αν σέβομαι την ανθρώπινη ζωή και θεωρώ πως δεν έχω δικαίωμα να την αφαιρέσω δεν μπορώ να το συνδυάσω με κανιβαλιστικές αντιλήψεις.

Εδώ τώρα μπαίνει το ερώτημα: «Αφού η αλήθεια είναι ρευστή πως ο καθένας μας θα ξέρει τι τον αντιπροσωπεύει και τι κανόνα ηθικής να ακολουθήσει αν δεν έχει είδη ένα σύστημα αξιών ως σημείο αναφοράς;» Εδώ, είτε θα πρέπει να δεχτούμε πως η συμπεριφορά ενός ανθρώπου είναι απολύτως έμφυτη και καθορίζεται αποκλειστικά από τα γονίδια, οπότε ο καθένας δημιουργεί κανόνες για να υπηρετεί αυτό που είναι είτε πως υπάρχει τάση για εκδήλωση ορισμένων τρόπων συμπεριφοράς, οι οποίοι μπορούν να καλλιεργηθούν ή να ατροφήσουν ανάλογα με τους τρόπους συμπεριφοράς που επέβαλε ο κοινωνικός περίγυρος σε κάθε άτομο. Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή, δεν θα σέβομαι ποτέ κανέναν, επειδή έτσι γεννήθηκα και στην δεύτερη έχω την τάση να μην συμβιβάζομαι, αλλά μπορεί από μικρός να έμαθα να σέβομαι τους άλλους ή όχι.
Στην πρώτη περίπτωση βλέπουμε πως είναι εύκολο να εξηγήσουμε πως θα κάνουμε την επιλογή των κανόνων ηθικής. Απλά διαλέγουμε αυτούς που μας εκφράζουν. Στην δεύτερη περίπτωση; Στην δεύτερη περίπτωση είναι πιστεύω συνδυασμός. Μπορεί να μας εκφράζει ο σεβασμός στο διαφορετικό και να επιλέξουμε έναν τέτοιο κανόνα για να ακολουθήσουμε, αλλά επίσης θα πρέπει να δεχτούμε πως μας έχει επιβληθεί είδη ένα σώμα ηθικών κανόνων μέσω της κοινωνικοποίησης και σύμφωνα με αυτό (το σημείο αναφοράς μας) θα κάνουμε την επιλογή. Επειδή όμως μία επιλογή κανόνων ηθικής που στηρίζεται σε προϋπάρχοντες κανόνες είναι μία στείρα διαδικασία, καθώς, κατά κύριο λόγο, διαιωνίζει τις προηγούμενες μας αντιλήψεις είναι απαραίτητο όχι μόνο να έχουμε μπροστά όλο το φάσμα των γνώσεων (πρώτο βήμα), αλλά και να έχουμε αναπτύξει κριτική ικανότητα. Κάτι που μας οδηγεί στο τέταρτο βήμα.

- Είναι αναγκαία η ανάπτυξη κριτικής ικανότητας. Μόνο αν και όταν μπορούμε να κρίνουμε, τόσο τους κανόνες που προσφέρονται για επιλογή, όσο κι εκείνους που πιθανόν ακολουθούμε αυτή τη στιγμή (αυτοκριτική) θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε ένα υγιές σώμα ηθικών κανόνων που αν το ακολουθούμε θα είμαστε εσωτερικά ελεύθεροι, αφού δεν θα αισθανόμαστε πως προδίδουμε τον εαυτό μας. Παιδεία, επομένως και πάλι παιδεία.


Εδώ πρέπει αν τονιστεί ξανά πως τα παραπάνω βήματα είναι προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός υγιούς συστήματος αξιών. Αν ακολουθούμε μονόπλευρα μία ιδεολογία ή αν μας έχουν επιβάλει κανόνες που δεν συμφωνούμε μαζί τους κι έχουμε συμβιβαστεί (ή δεν θα έπρεπε να συμφωνούμε, αλλά το κάνουμε λόγω έλλειψης γνώσης, δηλαδή δεν ακολουθήσαμε το πρώτο βήμα) τότε ναι μεν μπορεί να αισθανόμαστε καλά με τον εαυτό μας, αλλά δεν είμαστε εσωτερικά ελεύθεροι.

Επειδή, λοιπόν βλέπουμε πως μπορεί να υπάρχουν διάφορες περιπτώσεις ανθρώπων που ακολουθούν ή όχι ένα ηθικό οικοδόμημα καλό είναι να καταγράψουμε τις βασικές κατηγορίες. Φυσικά, επειδή είναι οι βασικές μερικά άτομα δεν εντάσσονται σε αυτές ή εντάσσονται μερικά σε αυτές.

- Άνθρωπος που τον βλέπει κανείς και λέει πως είναι αποτυχημένος. Ο ναρκομανής, ο αλκοολικός. Αυτός ο άνθρωπος ίσως έχει ένα σώμα ηθικών κανόνων και δεν το ακολουθεί. Ίσως, όμως, η αποκλίνουσα συμπεριφορά του να υπακούει σε ένα σύστημα ηθικών κανόνων που ο ίδιος έχει δημιουργήσει, αλλά δεν είναι υγιές, μιας και δεν είναι ελεύθερος, αφού εξαρτάται από το ποτό ή τα ναρκωτικά.
- Άνθρωπος που έχει ένα σώμα ηθικών κανόνων που άλλοι του έχουν επιβάλει. Είναι η πιο συνηθισμένη περίπτωση. Όλοι μας ανήκουμε ή ανήκαμε σε αυτή την κατηγορία. Μπορεί πάλι στο σώμα ηθικών κανόνων να είναι καλό ή κακό. Σχεδόν πάντα όμως δεν είναι σύνθετο. Για παράδειγμα η ηθική μιας συγκεκριμένης θρησκείας.
- Άνθρωπος που ακολουθεί ένα σύστημα ηθικών κανόνων, σχεδόν έμφυτο. Ακόμα και να το δημιούργησε αργότερα στη ζωή του βασίστηκε καθαρά σε έμφυτες τάσεις, δηλαδή κληρονόμησε τον τρόπο συμπεριφοράς του. Προσωπικά δεν πιστεύω πως τα γονίδια καθορίζουν πλήρως τη συμπεριφορά μας, οπότε για μένα η κατηγορία αυτή θα μπορούσε και να μην υπάρχει. Όμως δημιουργεί έναν προβληματισμό που θα τον εκφράσω παρακάτω.
- Άνθρωπος που μηδένισε τη ζωή του ή μέρος αυτής. Αρχίζει από την αρχή και δημιουργεί ένα μωσαϊκό από κανόνες για να ακολουθήσει. Μπορεί και πάλι να είναι υγιές ή καταστρεπτικό. Η καλύτερη κατηγορία κατά τη γνώμη μου, ο πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος.


Δημιουργούνται από τα παραπάνω όμως δυο προβληματισμοί. Απλά θα τους παραθέσω μιας και δεν έχω πάρει ακόμα συγκεκριμένη θέση:

Α) Η ρευστότητα της ίδιας της έννοιας της ελευθερίας και η βίωση της. Μιλώντας καθαρά για την εσωτερική ελευθερία. Αν εγώ έχω φτιάξει ένα υγιές σύστημα ηθικών κανόνων και το ακολουθώ νιώθω εσωτερικά ελεύθερος. Τα έχω καλά με τον εαυτό μου. Το ίδιο όμως νιώθει και ο άνθρωπος της πρώτης κατηγορίας στην περίπτωση που πίνει ή παίρνει ναρκωτικά επειδή ακολουθεί αυτό που πιστεύει πως είναι ηθικό. Αν τον συγκρίνουμε με εμένα εγώ είμαι «πιο» ελεύθερος από εκείνον, λόγω του υγιούς σώματος κανόνων. Αλλά από την αρχή η θεωρία αυτή δεν έκανε διάκριση για την ποιότητα του συστήματος ηθικής του καθενός. Άραγε είμαστε και οι δύο το ίδιο ελεύθεροι; Ή μήπως ένας από τους δύο είναι πιο ελεύθερος; Άραγε μπορεί να υπάρξει αρνητική έκφανση της εσωτερικής ελευθερίας; Κι αν υπάρχει μπορεί να ταυτιστεί με την ελευθεριότητα ή επειδή η καταστροφή του εαυτού μας δεν έχει υλικές επιπτώσεις σε άλλους (κάποιες φορές) δεν ταυτίζεται με εκείνη;

Β) Τα θεμέλια του σώματος ηθικών κανόνων. Μπορούν να είναι οποιαδήποτε; Ή είναι πάντοτε τα ένστικτα και οι ορμές μας που βιολογικά κληρονομήσαμε; Κι αν είναι αυτά πόσο ελεύθεροι είμαστε; Κάποιος που δαμάζει τις ορμές του και απέχει από το σεξ, θεωρείται πιο ελεύθερος από κάποιον που κάνει σεξ;


Αυτή ήταν η συγκεκριμένη θεωρία μου και μια ανάλυση της. Δεν θεωρώ πως είναι τίποτα σπουδαίο, ούτε κανάς φιλοσοφικός θησαυρός. Αλλά μου αρέσει να βγάζω θεωρίες. Αυτά.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Biology of a Simple Life (part 3)

Το φως της λάμπας του πορτατίφ τον τύφλωνε. Όμως ο δαιμόνιος ντεντέκτιβ, Pasteur δεν το έβαζε κάτω. Χρησιμοποιώντας όλες τις αρχαίες τεχνικές της ανάκρισης και απόσπασης πληροφοριών είχε αποφασίσει να βγάλει την αλήθεια από αυτό το βρομερό σκουλήκι του υποκόσμου.
- Θα ρωτήσω για τελευταία φορά, κύριε Wilkins, είστε μεγαλοεγληματίας;
- Θα σας απαντήσω για τελευταία φορά! Όχι!!!
- Ώστε θες να παίξουμε το παιχνίδι αλλιώς, ε; Ξέρεις ο φίλος μου ο κύριος Griffith λείπει αυτή τη στιγμή – προβλήματα στο σπίτι – και δυστυχώς για σένα είναι ο μόνος που μπορεί να με συγκρατήσει από το να χρησιμοποιήσω βασανιστικά μέσα για να μιλήσεις!
- Γιατί δεν με συνδέετε απλά με έναν ανιχνευτή ψεύδους να τελειώνουμε;
- Γιατί δεν έχουμε;
- Ολόκληρη αστυνομία δεν έχετε ανιχνευτή ψεύδους;
- Καλά είσαι τρελός, ξέρεις πόσο κοστίζει;
- Μα, σας λέω αλήθεια… δεν είμαι κακός, ούτε εγκληματίας!
- Μα φυσικά! Μόνο μία διάνοια σαν εσένα, νονέ της νύχτας, θα μπορούσε να παραστήσει τόσο τέλεια τον αθώο!
- Τι πρέπει να κάνω για να σας πείσω πως δεν είμαι εγκληματίας;
- Γιατί κάνεις την ζωή σου, δύσκολη, Wilkins; Αν τα παραδεχτείς όλα το δικαστήριο θα είναι πιο επιεικές μαζί σου. Γενικά αν συνεργαστείς μαζί μας…
- .. μα αυτό σας λέω, δεν έχω λόγο να συνεργαστώ μαζί σας!
- Το παίζεις σκληρός έτσι; Θα σπάσεις, όμως, κύριε Wilkins, θα σπάσεις… και ξέρεις γιατί;
- Γιατί;
- Γιατί είσαι ένοχος, Wilkins. Κι ο Θεός τιμωρεί τους ενόχους…
- Δεν πιστεύω στον Θεό…
- …

Ο Pasteur σήκωσε το τηλέφωνο του και πληκτρολόγησε έναν αριθμό.
«Έχουμε ένα πρόβλημα, κύριε διοικητά – δεν πιστεύει στον Θεό. Ναι, το ξέρω χαζό. Αλλά έχουμε πρόβλημα… ο Θεός σε αυτήν την υπόθεση δεν είναι με το μέρος μας»

- Γιατί χρειάζεστε τον Θεό να είναι με το μέρος σας;
- Μα νομίζεις μπορούμε μόνοι μας να καταφέρουμε τίποτα;


Όταν ο Pasteur κατάλαβε πως δεν θα μπορούσε να αποσπάσει τις πληροφορίες που θα αποδείκνυαν την ενοχή του Τζέικομπ και θα χάριζαν προαγωγή στον ίδιο, έστειλε τον άτυχο Βιολόγο σε ένα κελί για να περάσει τη νύχτα.

Το κελί ήταν όπως ένα οποιοδήποτε κελί φυλακής. Μικρό, σκοτεινό, βρόμικο, γεμάτο υγρασία και με μία αφίσα την Ρίτα Χέιγουρθ κολλημένη στον τοίχο. Υπήρχαν δύο πάγκοι. Στον έναν καθόταν ο Τζέικομπ. Στο άλλο ένας άλλος άνθρωπος.
- Πως σε λένε, ρώτησε με βαριά φωνή ο άλλος άνθρωπος.
Ο Τζέικομπ δεν απάντησε. Ήταν αρκετά μεγάλος και είχε δει αρκετές ταινίες με φυλακές για να απαντήσει. Όλα ξεκινούσαν από το πώς λέγεται ο συγκρατούμενος. Όλα τελείωναν με το να παραδέχεται πως ήταν ο καλύτερος που είχε ποτέ.
- Α, κατάλαβα, είσαι αθώος. Οι αθώοι δεν μιλάνε. Οι εγκληματίες μιλάνε. Νομίζουν πως κάποιοι είναι, πως κάτι έκαναν. Όσο τρομερότερο το έγκλημα, τόσο δυνατότερα μιλάνε. Άσχετα αν θα φυλάν την κατουρημένη ποδιά του δικαστή να τους αθωώσει στο δικαστήριο.
Ο άλλος άνθρωπος έπιασε μία εφημερίδα που ήταν δίπλα του και άρχισε να διαβάζει. Ο Τζέικομπ πάλεψε με την περιέργεια του κι έχασε:
- Επιτρέπονται οι εφημερίδες;
- Μπαινοβγάινω συχνά, με ξέρουν.
- … τι διαβάζεις;
- Πολιτικά. Έχουμε εκλογές σε λίγο καιρό. Τι ψηφίζεις;
- Οικολόγους Πράσινους.
- Πιστεύεις κι εσύ πως ο μόνος τους στόχος είναι να σώσουν τον πλανήτη;
- Όχι, απλά είναι το κοντινότερο σε πολιτική που καταλαβαίνω. Είμαι Βιολόγος. Ξέρω από Οικολογία. Εσύ τι ψηφίζεις;
- Ένα από τα μεγάλα.
- Οπαδός;
- Μαλάκας.
- Ξέρεις τι θα με κάνουν αύριο;
- Πως σε λένε, φίλε;
- Τζέικομπ
- Εμένα Eric. Λοιπόν, Τζέικομπ.. ή θα πρέπει να ομολογήσεις την ενοχή σου και στην χαρίσουν ή θα πρέπει να πας κανονική φυλακή
- Μα είμαι αθώος!
- Δεν έχει σημασία. Είμαι σίγουρος σε έχουν βγάλε είδη στα κανάλια.
- Η καριέρα μου καταστράφηκε…
- Ναι, δεν είναι παράξενο να είσαι αθώος, να μην έχει φταίξει κυριολεκτικά σε τίποτα κι όμως να πρέπει να πληρώνεις τα λάθη, την απροσεξία και την ασυδοσία τους; Να είσαι το πρόβατο ανάμεσα στους λύκους και να τιμωρούν εσένα; Και να σου λένε πως έχεις ευκαιρία να διαμορφώσεις το μέλλον σου όπως θες, ενώ ό,τι και να κάνεις πάλι θα πάρουν εκείνοι τις αποφάσεις σου για σένα, που δεν θα συμφέρουν εσένα, και θα σε ξαναστείλουν μέσα;
- Όχι.
- Πως όχι;!
- Είναι φυσιολογικό.
- Είναι απάνθρωπο.
- Δεν με νοιάζει. Και να με νοιάζει δηλαδή. Είμαστε σε ένα κελί εγώ, εσύ και η Ρίτα Χέιγουορθ. Δεν υπάρχει ελπίδα για αλλαγή.
Ο άλλος άνθρωπος χαμογέλασε, σηκώθηκε και πλησίασε την αφίσα. Άπλωσε το χέρι του και την έσκισε φανερώνοντας ένα μυστικό πέρασμα.
- Θα έρθεις;
- Να δραπετεύσω; Μα θα… αχχ… έχει είδη καταστραφεί η ζωή μου… εντάξει θα έρθω.
- Πάμε λοιπόν!
- Eric;
- Ναι;
- Ήσουν ο καλύτερος συγκρατούμενος που είχα ποτέ.

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Biology of a Simple Life (part 2)

- Με συγχωρείτε είστε καλά, ρώτησε αμήχανα ο Τζέικομπ την κυρία μπροστά του.
- Θα μπορούσα να ήμουν και καλύτερα, απάντησε εκείνη τρίβοντας το κεφάλι της. Μα καλά δεν βλέπεις μπροστά σου άνθρωπε;
- Εεεε… και πάλι λυπάμαι… έφευγα…
- Τζέικομπ! Πως τολμάς και αφήνεις έτσι μια δεσποινίδα σαν κι αυτή;, φώναξε
ο Ζακ. Ζακ (της φιλάει το χέρι) καταγοητευμένος…

Ο Τζέικομπ δεν μίλησε. Απλά έφυγε από το μπαρ και κίνησε προς το σπίτι του. Ήταν το χειρότερο μεσημέρι Παρασκευής της ζωής του και το μόνο που ήθελε ήταν να ξαπλώσει στον καναπέ του σαλονιού του και να δει τηλεόραση. Ναι, με την τηλεόραση θα περνούσε ευχάριστα η ώρα. Αν και ο Τζέικομπ είχε παρατηρήσει πως η τηλεόραση είναι σαν το ποτό. Είναι ωραία και σε κάνει να ξεχνάς, την ώρα που την βλέπεις, αλλά όταν τελειώσεις αισθάνεσαι χάλια. Ας ήταν όμως. Σήμερα είχε ωραίες ταινίες το πρόγραμμα.


Πίσω στο μπαρ οι δύο δαιμόνιοι ντέντεκτιβ παρακολουθούσαν ένα ύποπτο ζευγάρι.

- Ο κατσουφιασμένος έφυγε, Pasteur. Θα πρέπει να πήγε να κάνει καμιά βρομοδουλειά. Ίσως ξέπλυμα βρώμικο χρήματος…
- … ή δολοφονία…
- … ή να κλέψει από το παγκάρι εκκλησίας…
- … ή να ληστέψει καμιά τράπεζα…
- Σοβαρέψου Pasteur. Τι την θέλει ο μεγαλομαφιόζος την ληστεία τράπεζας;
- Ώστε είναι τόσο μεγάλος και τρανός ε;
- Μα δεν είδες την αντίδραση του όταν έπεσε πάνω στην γυναίκα; Έμεινε ακίνητος και αδιάφορος. Σωστός μαφιόζος…
- …εγκληματίας…
- …άρχοντας του σκότους…
- …δολοφόνος…
- Σκάσε Pasteur!


Ο Τζέικομπ εντωμεταξύ πέρασε μερικά στενά σοκάκια, την πλατεία με το μεγάλο δέντρο και έφτασε εκεί που κανονικά θα έπρεπε να βρισκόταν το σπίτι του, μια ωραία μονοκατοικία με αρκετά μεγάλο κήπο. Μόνο που στη θέση του βρήκε ένα τσούρμο νέους και νέες με πανό, να φωνάζουν συνθήματα κι ένα τανκ έξω από την αυλόπορτα να απειλεί να μπει μέσα και να γκρεμίσει το σπίτι μαζί με τους νέους.
Πλησίασε γρήγορα και ρώτησε συγχυσμένος.
- Τι γίνετε εδώ πέρα; Γιατί είστε στο σπίτι μου;
- Γρήγορα κύριε καθηγητά ελάτε μέσα, του είπαν μερικοί νεαροί και τον τράβηξαν μέσα.
- Πολ Λεβίνσκι; Αντριαν Πέρι; Τι κάνετε εσείς εδώ;!
- Είμαστε μέλη του αγωνιστικού φοιτητικού κινήματος κύριε καθηγητά! Παλεύουμε για το δίκιο και την ελευθερία!
- Και το σπίτι μου;
- Το σπίτι σας έγινε καταφύγιο των αγωνιστών φοιτητών, κύριε καθηγητά! Θα πρέπει να είστε περήφανος που έχετε ένα σπίτι που σε λίγο μπορεί να γκρεμιστεί από αυτό το τανκ και…
- …ΓΙΑΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΔΙΑΔΗΛΩΝΕΤΕ;
- Για την ελευθερία και το δικαιώματά μας!
- Μα το σπίτι μου…
- Μην το βλέπετε έτσι κύριε καθηγητά. Το σπίτι δεν ανήκει σε εσάς, αλλά στο λαό. Και ο λαός πρέπει να είναι ο κυρίαρχος του κόσμου, όχι μόνο στα χαρτιά μα και στην πράξη!
- Μα ζούμε σε μία καπιταλιστική κοινωνία Λεβίνσκι!
- Ακριβώς, κύριε καθηγητά! Γι’αυτό παλεύουμε ώστε να ανατρέψουμε το καθεστώς αυτό της παρακμής και μέσα από τις φλόγες να αναστηθεί ο μαρμαρωμένος βασιλιάς του κουμμουνισμού…
- …άσε με να μαντέψω… ο υπαρκτός σοσιαλισμός;
- Ναι! Μα εσείς είστε γεννημένος αριστερός! Βλέπετε η καπιταλιστική αυτή κοινωνία στηρίζεται στην κατανάλωση και στα υλικά αγαθά. Η απεξάρτηση από αυτά θα δώσει ένα μήνυμα σε όλες τις πολυεθνικές εταιρίες πως πλέον ο κόσμος δεν χρειάζεται τα αγαθά του!
- Μα εγώ χρειάζομαι το σπίτι μου…
- Όχι όμως και ο κόσμος, κύριε καθηγητά! Εξάλλου ποιος νομίζετε ότι είστε;!
- Εκείνος που δεν θα σε περάσει στο μάθημα αν μου γκρεμίσετε το σπίτι.
- ΟΠΟΙΟΣ ΠΕΙΡΑΞΕΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΜΟΥ ΘΑ ΕΧΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΜΑΖΙ ΜΟΥ!
- Δεν ήξερα πως υπάρχει πρώτο ενικό στον συλλογικό αγώνα…
- Δεν ξέρω από γραμματικές, γλώσσες, ιστορίες και φιλοσοφίες. Εγώ στο βιολογικό σπουδάζω!

Και κάπου εκεί ήταν που ο Τζέικομπ κατάλαβε δύο πράγματα. Ναι, οι πολυεθνικές εταιρίες έχουν κάνει καλά την δουλειά τους κι έχουν αλλοτριώσει την κοινωνία σε μία καταναλωτική κόλαση, σε σημείο μάλιστα που και ο αγώνας για την ελευθερία και τα δικαιώματα να αποτελείται από μονόπλευρες προσωπικότητες που διαλαλούν αυτά που άκουσαν στην κερδοσκοπική κατευθυνόμενη τηλεόραση ή στα κερδοσκοπικά κατευθυνόμενα εκδομένα βιβλία. Ναι, δεν τον ένοιαζε. Και δεν ήξερε τι ήταν χειρότερο από αυτά τα δύο. Αν και βρήκε την απάντηση κοιτώντας το τανκ μπροστά από την αυλόπορτα του σπιτιού του.


Οι φοιτητές είναι άνθρωποι σαν όλους του άλλους και ο οργανισμός τους επιτελεί τις ίδιες λειτουργίες όπως ο οργανισμός όλων των άλλων ανθρώπων. Αν και ο ήρωας μας είχε παρατηρήσει ότι οι φοιτητές χαρακτηρίζονταν από μια παρορμητικότατα και ό,τι κι αν έκαναν το έκαναν πρόχειρα. «Στο τέλος θα μας πουν πως μπορούν να ρίξουν και κυβερνήσεις…», σκέφτηκε και κούνησε το κεφάλι του.
Βλέποντας του όλους εκεί έξω κατάλαβε πως το πιο απλό πράγμα που μπορούσε να κάνει είναι ή να τους κοιτάει σαν χαζός ή να κοιτάει σαν χαζός τηλεόραση. Άνοιξε επομένως την πόρτα του σπιτιού του και κάθισε αμέσως στον καναπέ του σαλονιού του. Δεν πρόλαβε όμως να πάρει στα χέρια του το τηλεκοντρόλ όταν ξαφνικά χτύπησε το ασύρματο τηλέφωνο:
- Ποιος είναι;, ρώτησε βαριεστημένα και φανερά ενοχλημένος
- Έλα, Τζείκομπ, εγώ ο Ζακ είμαι. Θέλω απλά να σου πω πως κατευθύνονται προς το σπίτι σου κάμποσα περιπολικά και μερικά ελικόπερα…
- Θα πρέπει να είναι αστυνομικοί που θα καταστείλουν την διαδήλωση. Θα κατάλαβε ο στρατός πως το τανκς είναι υπερβολικό μέτρο και θα σεβαστούν το σπίτι μου και…

Ακούστηκε μία δυνατή βροντή, σίδηρο που πέφτει και φωνές ανθρώπων. Ο Τζέικομπ πετάχτηκε από τον καναπέ του και με το τηλέφωνο στα χέρια έτρεξε στο κοντινότερο παράθυρο. Το τανκς είχε διαλύσει τα κάγκελα του σπιτιού του και είχε μπει μέσα στην αυλή του.
- Κι ας πούμε πως δεν έχει έρθει η αστυνομία να σταματήσει την εξέγερση που γίνεται έξω από το σπίτι μου… τότε γιατί έρχεται;
- Γίνεται εξέγερση έξω από το σπίτι σου;
- Επαναστατικό φοιτητικό κίνημα βασικά…όλα τα ίδια είναι.
- Ε, όχι όλα τα ίδια κάτσε….
- Και τα δύο καταστρέφουν δημόσιες και ιδιωτικές απ’ότι φαίνεται περιουσίες… (ανοίγοντας το παράθυρο) ΛΕΒΙΝΣΚΙ! ΘΑ ΜΕΙΝΕΙΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΞΑΜΗΝΟ!
- Τέλος πάντων…καλύτερα να φεύγεις από εκεί…
- Μα γιατί; Και να έρθουν οι αστυνομικοί τι θα μου κάνουν; Δεν είμαι κάποιος φοβερός και τρομερός εγκληματίας, ούτε…
- Εμένα και την κοπέλα από το μπαρ άρχισαν να μας κυνηγάν, επειδή λένε είμαστε φοβεροί και τρομεροί εγκληματίες κι εσύ ο αρχηγός μας…

Το κουδούνι της πόρτας του Τζείκομπ χτύπησε μια φορά.

- Άκου, χτυπάει η πόρτα. Μάλλον αυτοί είναι. Θα πάω να ανοίξω και είμαι σίγουρος πως όλα θα πάνε καλά. Θα τα πούμε σε λίγο…

Ο Τζέικομπ, με το τηλέφωνο στα χέρια, άνοιξε την πόρτα με ένα χαμόγελο στα χείλη. Αυτό ήταν και το τελευταίο πράγμα που θυμάται. Όπως του είπαν αργότερα στο τμήμα δύο αστυνομικοί πετάχτηκαν και τον έριξαν στο πάτωμα. Ειδικοί κομάντος μπήκαν μέσα στο σπίτι του σπάζοντας τα παράθυρα και βλέποντας πως κρατάει ένα ασύρματο τηλέφωνο στα χέρια άρχισαν να τον πυροβολούν, επειδή νόμιζαν πως ήθελε να τους σκοτώσει με την ακτινοβολία του. «Τόσο πανούργος!», αναφώνησε ο αρχηγός των κομάντο, όταν έδειξε το τηλέφωνο στον αρχηγό της αστυνομίας εκείνο το απόγευμα.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2009

Φανατικά ελεύθεροι

Πρόσφατα, πριν δυο εβδομάδες, τελείωσα το βιβλίο “God’s Delusion”, Η περί Θεού αυταπάτη στα ελληνικά, του εξελικτικού Βιολόγου, Richard Dawkins. Πραγματικά δεν ήξερα τι έψαχνα μέσα στο συγκεκριμένο βιβλίο. Ίσως κάποια απόδειξη πως δεν υπάρχει θεός, ίσως ένα στήριγμα για την εδραίωση της ιδέας μέσα μου πως η λογική είναι ύψιστο ανθρώπινο αγαθό και καθετί υπερφυσικό έχει μια εξήγηση, δηλαδή πως καθετί υπερφυσικό ήταν μία χαζομάρα και μισή.
Το βιβλίο δεν κατάφερε να πετύχει αυτό που εύχεται ο συγγραφέας στην αρχή, δηλαδή να με κάνει πέρα ως πέρα άθεο. Κατάφερε, όμως, να με κάνει να μην γνωρίζω τι πραγματικά συμβαίνει γύρω από το θέμα που αποκαλούμε θεό. Υπάρχει; Δεν υπάρχει; Κατάφερε ακόμη να με βοηθήσει να δω σφαιρικά το όλο ζήτημα κι όχι μέσα από την στενή τρύπα της θρησκείας που ακολουθούσα, ίσως και σε μεγάλο βαθμό καμιά φορά. Με βοήθησε να σκεφτώ λογικά και να προβληματιστώ πάνω σε αρκετά θέματα κι ανακρίβειες της Βίβλου, κάτι το οποίο, σαν φόβο μήπως εισέλθω σε μία απαγορευμένη περιοχή, δεν είχα δοκιμάσει στο παρελθόν.
Τελειώνοντας το βιβλίο άλλαξε η αντίληψη μου για το θείο. Τα πράγματα ήταν απλά Είτε δεν υπάρχει, είτε υπάρχει, αλλά δεν είναι αυτό που παρουσιάζεται ως μοναδική αλήθεια μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου που αποτελείται από διάφορα αποκόμματα και σωσμένα κείμενα άγνωστων συγγραφέων. Είναι κάτι άλλο, κάτι που πραγματικά μας αγαπά και δεν θέλει το κακό μας, δεν αποβλέπει στην τιμωρία μας. Κάτι το οποίο σέβεται τις διαφορετικές μας αντιλήψεις, καταλαβαίνει την συμπεριφορά μας και δεν μας καταδικάζει επειδή έτυχε να μας αναθρέψουν διαφορετικά οι γονείς μας κι ακολουθήσαμε κάποια άλλη θρησκεία ή παρακλάδι αυτής.
Το βιβλίο με ώθησε επίσης να έρθω σε επαφή με την θεωρία της εξέλιξης, κάτι που περιφρονούσα, χωρίς καν να έχω ασχοληθεί μαζί της. Μελετώντας τα γενικά χαρακτηριστικά της και έχοντας στα σκαριά είδη το βιβλίο «On the origins of species» του Κάρολου Δαρβίνου (θεώρησα καλό πως πριν προχωρήσω στις μεταγενέστερες μελέτες και στοιχεία που την υποστηρίζουν να την μελετήσω από την αρχή, πριν ακόμη την ανακάλυψη των γονιδίων) δεν μπορώ να μην δεχτώ πως βγάζει τεράστιο νόημα και η ζωή πιθανότατα έφτασε στο επίπεδο που είναι τώρα μέσα από την διαδικασία της φυσικής επιλογής.
Με λίγα λόγια ο Richard Dawkins με βοήθησε πολύ και τον θαυμάζω σαν επιστήμονα και σαν άνθρωπο που παρουσιάζει με στοιχεία και λογική επεξεργασία τα της περί της θρησκείας.
Δεν μπορώ να πω όμως το ίδιο και για τους οπαδούς του. Μια επίσκεψη στο site και στο forum του που καμιά φορά γράφει κι ο ίδιος βλέπουμε πως τα περισσότερα άτομα τον έχουν σαν είδωλο, σαν εικόνισμα! Όταν κάποιος πάει να διαφωνήσει με κάτι που έχει πει ή με κάποια στάση ή συμπεριφορά του, αμέσως σαν τα σκυλιά πέφτουν πάνω του οι φανατικοί οπαδοί του να τον ξεσκίσουν. Ακόμη, όταν θέλουν να υποστηρίξουν μία άποψη ή πιστεύω του επικαλούνται τον Dawkins.
Οι άθεοι, δηλαδή, έχουν στραφεί σε έναν θνητό, επίγειο Βρετανό θεό. Εκείνοι που ο Dawkins θέλει να σκέφτονται κριτικά, να αμφισβητούν, να χρησιμοποιούν την λογική και να μην αφήνουν πολικούς και ιδιαίτερα θρησκευτικούς ηγέτες να τους ετεροκατευθύνουν έχουν κλειδώσει κάθε διάθεση διαλόγου, κριτικής σκέψης και αντικειμενικότητας σε ένα βαθύ μπουντρούμι και «προσκυνούν» τον μεσσία του αθεϊσμού που ονομάζεται Dawkins. Μοιάζουν με άτομα που επιτέλους βρέθηκε κάποιος να υποστηρίξει με τεκμήρια κι επιχειρήματα τις απόψεις τους και τον έχρισαν βασιλιά κι αρχηγό τους.
Είναι όλοι οι οπαδοί του Dawkins έτσι; Ήθελε ο Dawkins να δημιουργήσει έναν στρατό πιστών-απίστων που δεν σέβονται τα πιστεύω των συνανθρώπων τους και κυριολεκτικά κοροϊδεύουν τον κάθε άνθρωπο που πιστεύει σε κάποιον θεό, έτοιμοι να μαρτυρήσουν στην ανίερη τζιχάντ που έχουν κηρύξει εναντίον των πιστών; Ελπίζω και θέλω να πιστεύω πως η απάντηση είναι όχι. Αλλά πολλοί οπαδοί του είναι, σημάδι αποηθικοποίησης, η οποία δεν προέρχεται από την αποξένωση προς την θρησκεία, αλλά από την αποξένωση προς τον ανθρωπισμό. Λέξη που οι περισσότεροι από αυτούς, είμαι σίγουρος, δεν ξέρουν τι σημαίνει.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Biology of a Simple Life (part 1)

Ο Τζεικομπ ήταν ένας απλός άνθρωπος. Δούλευε σαν απλός βιολόγος στο πανεπιστήμιο της πόλης του κι έπαιρνε έναν απλό μισθό. Ζούσε σε ένα απλό σπίτι, μόνος εδώ και χρόνια και απαρτιζόταν μερικές φορές από απλά έναν φίλο, τον Ζακ.
Δεν είχε οικογένεια, κατοικίδια και πολλές συναναστροφές με ανθρώπους. Ζούσε βλέπετε μία απλή ζωή.
Του Τζεικομπ του άρεσαν πάντα τα απλά πράγματα ενώ απέφευγε τα πολύπλοκα. Η βιολογία του φάνηκε απλή σαν επιστήμη, όπως και η δουλειά του καθηγητή. Από την άλλη οι άνθρωποι, με εξαίρεση τον φίλο του, του φαίνονταν πολύπλοκοι. Συνεπώς τους έτρεμε!
Τέλος ο Τζέικομπ φοβόταν το διαφορετικό. Το καθημερινό γίνεται μια απλή ρουτίνα, ενώ η φυσική του είχε μάθει πως το άγνωστο και τυχαίο είναι χαώδες και το χαώδες όπως και να το κάνουμε είναι αρκετά πολύπλοκο. Όχι, ο Τζεικομπ δεν ήταν καταθλιπτικός. Ήξερε πως έπρεπε να αλλάξει, αλλά συνειδητά δεν έκανε τίποτα για αυτό.
Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα ήταν πραγματικά δύσκολα για τον Τζέικομπ. Ο φίλος του ο Ζακ, λάτρης της περιπέτειας και του ωραίου φύλου τον είχε αναγκάσει να βγει μαζί του έξω σε ένα μπαρ της πόλης. Τον Ζακ βλέπετε το μόνο που μπορεί να τον περιγράψει είναι η λέξη «ζωντάνια» και ο Τζέικομπ ξέροντας από βιολογία και από ζωντανούς οργανισμούς βρήκε σε αυτόν τον τόσο πολύπλοκο άνθρωπο κάτι πολύ απλό. Πλέον όμως ο Ζακ είχε σπάσει το φράγμα της απλότητας και οδήγησε τον συντηρητικό όπως τον αποκαλούσε φίλο του σε μια απρόβλεπτη βόλτα σε ένα μπαρ.
Και όπως ξέρετε καλά κι εσείς αλλά κι εγώ ένα μπαρ αλλάζει συνήθως την ζωή ενός ανθρώπου σε μια ιστορία. Γιατί σχεδόν όλες οι ιστορίες έτσι αρχίζουν. Με ένα μπαρ και μια γυναίκα…


Το μπαρ ήταν γεμάτο κόσμο, όπως κάθε Παρασκευή μεσημέρι. Κοντοί, ψηλοί, αδύνατοι και χοντροί, άνθρωποι που έπιναν το ποτό τους ήσυχα, άνθρωποι που γελούσαν ή έκαναν σαματά. Ο Ζακ έδειχνε να το διασκεδάζει, ο Τζείκομπ πάλι ρουφούσε κατσουφιασμένος και νευρικά τον χυμό πορτοκάλι με το καλαμάκι του.
- Έλα Τζέικομπ, διασκέδασε! Χάρη σου έκανα που σε έβγαλα έξω να διασκεδάσεις!
- Ρουυυυφ (ήχος από καλαμάκι) αλήθεια;! Νομίζεις πως το βρίσκω πολύ διασκεδαστικό να κάθομαι σε ένα μέρος με χίλιους δυο αποτυχημένους ανθρώπους που πίνουν τον πόνο και την χαρά τους στο αλκοόλ;!
- Τζέικομπ, άκου. Είναι κρίμα από τον Θεό να κάθεσαι μέσα και να μην επικοινωνείς με τους γύρω σου!
- Δεν πιστεύω στον Θεό! Είναι τρελό να πιστεύεις πως όλα δημιουργήθηκαν από κάποιον παπλιάκο που είχε κέφια.
- Καταρχάς αγγίζεις μία ανθρωποκεντρική προσέγγιση του Θεού. Και δεύτερον το βρίσκω επίσης τρελό να δημιουργήθηκαν όλα στην τύχη.
- Τελικά είμαστε όλοι τρελοί…
- Είναι στην φύση του ανθρώπου να είναι κοινωνικός Τζέικομπ! Είναι ο βασικός του ρόλος!
- Ο βασικός ρόλος όλων των ειδών είναι η επιβίωση και η αναπαραγωγή.
- Και δεν βλέπω να πετυχαίνεις πολλά στο δεύτερο…
- …κι αν κάτσω λίγο παραπάνω εδώ μέσα δεν νομίζω να καταφέρω τίποτα και στο πρώτο!

Λίγο πιο πέρα σε μία άλλη γωνιά του μπαρ κάθονταν δύο δαιμόνιοι ντεντέκτιβ, άνθρωποι που καταπατούν το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, για να προστατέψουν όλα τα υπόλοιπα, δεινοί επαγγελματίες, η ενσάρκωση του ίδιου του νόμου!
- Κάθονται στον πάγκο και συζητάνε Pasteur! Κι αυτό είναι ύποπτο… πολύ ύποπτο…
- Απλά συζητάνε Griffith. Δεν μου φαίνεται να υπάρχει κάτι ύποπτο σε αυτό!
- Είναι επαγγελματίες γι’αυτό. Κοίτα τον κατσουφιασμένο πως ρουφάει με το καλαμάκι!
- Πως;
- Είσαι κεφάλας Pasteur; Ρουφάει ύποπτα… πολύ ύποπτα…
- Λες να είναι καμιά μυστική κωδική γλώσσα με την οποία επικοινωνεί με τον φίλο του;
- Το πιθανότερο. Κοίτα τον! Είναι κατσουφιασμένος, φοράει κουστούμι, δεν πιάνει κουβέντα με τους άλλους… νομίζω πως έχουμε να κάνουμε με μια εγκληματική ιδιοφυία!
- Θεέ και Κύριε! Πρέπει να ειδοποιήσουμε αμέσως το αρχηγείο! Πιάσαμε λαυράκι τελικά, Griffith.
- Ολόκληρο σολομό, Pasteur, ολόκληρο σολομό!...


Κοντά στον πάγκο η συζήτηση του Τζέικομπ και του Ζακ συνεχιζόταν.
- Γιατί, αφού θεωρείς τους ανθρώπους πολύπλοκους με έχεις φίλο τότε;!
- Επειδή σε λένε στο επίθετο Μονό;…
- Αχ, Τζέικομπ δεν σε πιστεύω! Η ζωή δεν είναι μόνο βιβλία και γνώσεις βιολογίας! Την ζωή πρέπει να την ζεις! Ακόμα και σε αίρεση που αυτομαστιγώνεσαι να ανήκεις, πάλι την ζωή σου την ζεις! Όχι ευχάριστα, αλλά την ζεις!
- Κοίτα Ζακ, ευχαριστώ για τον ενδιαφέρον, αλλά δεν είμαι σε θέση να ζήσω την ζωή μου αυτή τη στιγμή. Καλύτερα να πάω σπίτι…

Κι έτσι πως έκανε να φύγει πέφτει πάνω σε μία γυναίκα. Κι αν οι άνθρωποι γενικά ήταν πολύπλοκοι τότε οι γυναίκες «απλά» δεν υπήρχαν στην κοσμοθεωρία του Τζέικομπ.

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008

Χριστούγεννα και πάλι

Τραγούδια για έρωτες, ιστορίες για ανθρώπους που αλλάζουν, που βρίσκουν ελπίδα, που πεθαίνουν φτωχοί και τιποτένιοι, αγαπημένοι δε από τον Θεό.

Χριστουγεννιάτικα δέντρα, στολίδια, γλυκά, γκι, δώρα, διακοπές και ξεκούραση.

Βιτρίνες στολισμένες, Αη- Βασίληδες που χορεύουν, μπαλόνια, ουρές στα μαγαζιά.

Ταινίες με Αη – Βασίληδες, με περιπέτειες στα χιονιά, σε σπίτια, στον Βόρειο Πόλο.

Κι όμως πάρτε το χαμπάρι. Τα Χριστούγεννα δεν είναι όλα αυτά. Είναι η γέννηση του Χριστού, η αρχή της εκπλήρωσης της υπόσχεσης του Θεού στον λαό του και σε όλο τον κόσμο, η αρχή της Καινής Διαθήκης.
Είναι η πιο γνωστή γιορτή το νόημα της οποίας εύκολα ξεχνιέται. Απλά το υπενθυμίζω σε όποιον τύχει και διαβάσει το post.

Καλά Χριστούγεννα.

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2008

«Σας παρακαλώ, ένα μπουκάλι γάλα θέλω να πάρω»

Θα ήταν γύρω στις 11 και 10 το πρωί, όταν την είδα να στέκεται όρθια, πάνω στον γκρίζο πεζόδρομο της Ασκληπιού, λίγα μέτρα πιο μακριά έξω από το Δημαρχείο. Αν και είχα μάθημα σε μερικά λεπτά και βιαζόμουν να φτάσω στον προορισμό μου, βάζοντας έναν αγώνα δρόμου με τον ίδιο τον χρόνο, συνέβη εκείνο το παράδοξο φαινόμενο που τόσο εκθειάζουν στις ταινίες και στα λογοτεχνικά βιβλία. που λαμβάνει χώρα, όταν κάποιος ερωτεύεται. Ο χρόνος σταμάτησε.
Δεν ήταν όμως η θέα κοριτσιού που έκανε τους χτύπους της καρδιάς μου να αυξηθούν εκείνο το άτομο που σταμάτησε το χρόνο. Ήταν η θέα μιας ηλικιωμένης κυρίας, φασκιωμένης στα μαύρα, ακουμπώντας άτσαλα σε ένα μαύρο μπαστούνι να κοιτάει με τα μικρά, ζαρωμένα της μάτια τους ανθρώπους που περνούσαν από κοντά της έχοντας απλωμένο δειλά το αριστερό της χέρι να λέει με μία τρεμάμενη και σπαρακτική φωνή: «Σας παρακαλώ, ένα μπουκάλι γάλα θέλω να πάρω».
Εκείνη η γυναίκα, που η παρουσία της είχε κάνει τον ίδιο το χρόνο να σταματήσει, στεκόταν στο μεγάλο πεζόδρομο των Τρικάλων, αόρατο νησί σε θάλασσα αδιάφορων ανθρώπων, μόνη, μαύρη και αδύναμη, διαπράττοντας την πιο ταπεινωτική πράξη για την αξιοπρέπεια της, ζητιάνευε.
Οι πρώτες μου σκέψεις ήταν εκείνες που είχα παλιότερα κάθε φορά που έβλεπα έναν ζητιάνο, κωφάλαλο ή γενικά άνθρωπο που ζητούσε ελεημοσύνη. Την λυπήθηκα, όπως λυπόμουν αυτούς τους ανθρώπους, όταν ήμουν μικρό παιδί και τραβούσα το μανίκι της μητέρας μου θέλοντας να την πείσω να τους δώσει χρήματα. Εκείνη την στιγμή η γυναίκα αυτή στο μυαλό μου πήρε την μορφή πολλών άλλων προσώπων που βρίσκονται στην ίδια μοίρα. Αν οι άνθρωποι που ζητάνε χρήματα από ανάγκη είχαν ομάδα, τότε, εκείνη για μένα ήταν η αρχηγός τους.
Τι κακουχίες να την είχαν βρει άραγε; Πως τα έφερε έτσι η ζωή, ώστε να φτάσει εκείνη η γριά κυρία, που παλιότερα θα ήταν μια δεσποινίδα γεμάτη χάρη και ζωντάνια να παρακαλάει για ένα μπουκάλι γάλα; Μήπως δεν της φτάνει η σύνταξη, η ακρίβεια την χτύπησε, δεν έχει άλλους συγγενείς, δεν έχει σπίτι;
Τι να αισθάνεται, όταν γυρίζει στον τόπο κατοικία της μετά από μία μέρα τέτοιας ταπείνωσης; Αναπολεί άραγε την παλιά της ζωή, τις όποιες ανέσεις απολάμβανε; Βλέπει το μέλλον γεμάτη απαισιοδοξία και ένα βαρύ, μαύρο στρώμα απελπισίας και θλίψης την τυλίγει; Μήπως βλέπει πως έχοντας γεράσει τώρα πια δεν έχει στο να ελπίζει για ένα καλύτερο μέλλον, πως η ελπίδα την χάιδεψε κάποτε, μα τώρα έχει περάσει;
Παρασυρμένος, όμως, από την καθημερινότητα, γρήγορα την ξέχασα. Όπως γρήγορα ξεχνάμε όλους όσους έχουν ανάγκη γύρω μας. Ίσως πάλι να είμαστε βιολογικά προγραμματισμένοι έτσι για να επικεντρωθούμε στην δική μας επιβίωση. Επειδή ακριβώς όμως επικεντρωνόμαστε στην δική μας επιβίωση, αργότερα, ίσως αν κάποιος από εμάς βρεθεί σε παρόμοια κατάσταση δεν θα λάβει βοήθεια από πουθενά. Όποια, όμως, κι αν ήταν η αιτία το αποτέλεσμα ήταν ότι την ξέχασα.
Δύο εβδομάδες πέρασαν, όταν, περνώντας από το ίδιο μέρος, την ίδια ώρα, προχωρώντας γρήγορα για μην αργήσω πολύ να πάω στο μάθημα είδα εκείνη την κυρία ξανά. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από την προηγούμενη φορά. Φασκιωμένη στα μαύρα, ακουμπώντας άτσαλα σε εκείνο το μαύρο μπαστούνι, ζητούσε βοήθεια. Λέγοντας ακριβώς τα ίδια λόγια: «Σας παρακαλώ, ένα μπουκάλι γάλα θέλω να πάρω».
Και τότε ένα δεύτερο κύμα σκέψεων κατέκλεισε το μυαλό μου, εκείνο που είχε σκοτώσει τις αθώες παιδικές μου σκέψεις, τις είχε θάψει βαθιά στην άβυσσο του υποσυνείδητού μου και με χαρακτήριζε στα χρόνια που ήρθαν. Η εικόνα εκείνης της γυναίκας, που για δεύτερη φορά έλεγε τα ίδια λόγια, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ήταν εκείνη των ανθρώπων που μπαίνουν στα λεωφορεία της Θεσσαλονίκης, λίγο πριν αναχωρήσουν για τα Τρίκαλα και λένε κάθε φορά τις ίδιες ατάκες και ιστορίες για να κερδίσουν χρήματα. Εκείνη η γυναίκα δεν είχε ανάγκη. Εκείνη η γυναίκα ήταν απατεώνισσα.
Απατεώνισσα όπως τόσοι πολλοί άλλοι, που προσπαθούν να κερδίσουν χρήματα χωρίς να ιδρώσουν. Τεμπέληδες, άξεστοι, άπληστοι. Άνθρωποι που το πρωί έχουν ανάγκη και το βράδυ ξοδεύουν τα χρήματά τους στο ποτό, στα ναρκωτικά, στα χαρτιά. Και οι απλοί πολίτες, σαν κορόιδα εξαπατούνται από τους φτηνούς θεατρινισμούς τους και τους δίνουν χρήματα.
Και πάλι όμως δεν μπορούσα να είμαι σίγουρος. Γιατί έχουμε γεμίσει τόσους απατεώνες που δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε εκείνους που πραγματικά έχουν ανάγκη από τους δόλιους. Και τι κάνουμε; Υποθέτουμε πως όλοι είναι τέτοιοι. Σώζει και την τσέπη και να μας κάνει να αισθανόμαστε καλά και δικαιωμένοι από πάνω. Αλλά πόσους που πραγματικά ήθελαν βοήθεια δεν έχουμε βοηθήσει με αυτόν τον τρόπο;
Τα παραπάνω τα συζήτησα με έναν φίλο ένα βράδυ και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι προφανώς δεν ξέρουμε που πρέπει να δώσουμε και που όχι. Και τι θα ήταν καλό να κάνουμε; Να δίνουμε σε όλους ή να μην δώσουμε σε κανέναν; Τι είναι σημαντικότερο; Να νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας ότι βοηθάμε ή να βοηθάμε στα αλήθεια;
Μήπως η απάντηση είναι προφανής, αλλά εμείς έχουμε αλλοτριωθεί τόσο πολύ; Μήπως το συμφέρον μας δεν είναι πάντα το επιθυμητό; Μήπως, εννοώ, βοηθάμε περισσότερο αν η κατάσταση αποφέρει κόστος σε μας και κέρδος στους άλλους; Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω την απάντηση. Όμως, είμαι σίγουρος πως βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο σφίξιμο της καρδιάς, συνοδευόμενο από αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς και στο αίσθημα της ανακούφισης, συνοδευόμενο, στην αρχή τουλάχιστον, από εκείνο της απώλειας. Τι εννοώ; Απλά φανταστείτε πως βλέπετε εκείνη την κυρία. Στην πρώτη περίπτωση δεν της δίνετε λεφτά, ενώ στην δεύτερη της δίνετε.