Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

Αθάνατος

Ο βασιλιάς απευθύνθηκε στον γέροντα, που ήταν πεσμένος στα γόνατά του εξαντλημένος από τα βασανιστήρια και τις κακουχίες.

«Το μεγαλείο μου κανένας δεν το φτάνει. Είμαι μέγας και τρανός, ξακουστό το όνομα μου σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Τους λαούς του έχω υποτάξει, τα σπίτια και οι γυναίκες των ανθρώπων μου ανήκουν. Έχω χτίσει παλάτια, έχω χτίσει ναούς και με όση ευκολία θεμελίωσα πόλεις με άλλη τόση μπορώ να τις γκρεμίσω. Δεν υπάρχει κανένας να με φτάσει, άπιαστο όνειρο είναι η ζωή μου.
Αλλά εσύ γέροντα θέλησες να πας ενάντια στο θέλημα μου και ελεύθερο από τις επιθυμίες μου θεώρησες τον εαυτό σου. Να το βάλεις όμως καλά στο νου σου. Κανένας σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι ελεύθερος, όσο υπάρχουν βασιλιάδες και αρχηγοί, γιατί τα χέρια και οι ζωές σας μας ανήκουν.
Καταλαβαίνεις λοιπόν τιποτένιε με ποιον πήγες να τα βάλεις. Με τον θεό τον ίδιο! Μπορώ να σε βασανίσω, να σε φυλακίσω και να σε σκοτώσω. Μπορώ ακόμα και βασανιστικά εξόριστο να σε στείλω και από την πείνα και την κούραση να πεθάνεις.
Τα πάντα από την ζωή σου να εξαφανίσω και ένα με το τίποτα να γίνεις.
Έτσι για άλλη μια φορά θα αποδείξω την δύναμη μου, για άλλη μια φορά θα δοξαστεί το πρόσωπό μου. Αφού, λοιπόν, τόσο σπουδαίος και τέλειος είμαι αθάνατος θα μείνω μέσα στην ιστορία!»

Ο γέροντας κοίταξε τον βασιλιά στο πρόσωπο και του αποκρίθηκε αργά και καθαρά, όπως θα μιλούσε σε έναν φίλο.

«Βλέπεις εδώ είναι που κάνεις το λάθος. Ότι κι αν έχεις πετύχει το έχεις καταφέρει από τύχη. Τυχερός που γεννήθηκες γιος βασιλιά και όταν πέθανε ο πατέρας σου, που μόνος του κατόρθωσε να κάνει ό,τι στην ζωή του πέτυχε, ίσως με λίγη βοήθεια από φίλους και εμπιστοσύνη από τους άλλους ανθρώπους, ανέβηκες εσύ στο θρόνο.
Τα σπίτια και τους ναούς δεν τους έφτιαξες εσύ, άνθρωπε, αλλά οι εργάτες που μόχθησαν όλα αυτά τα χρόνια. Δικά τους είναι, σε αυτούς ανήκουν και οπωσδήποτε όχι σε σένα.
Όσον αφορά την ζωή σου έχει είδη ξεπεραστεί. Αν ρωτήσεις τον καθένα από εκείνους που εργάστηκε σκληρά, νιώθει κύριος και βασιλιάς μέσα σε καθετί έχει χτίσει. Κύριος του εδάφους που πατάει και κύριος του εαυτού του. Αν ρωτήσεις το ευτυχισμένο αντρόγυνο θα σου πει πως τίποτε άλλο στον κόσμο δεν θέλει και ο θησαυρός των ανθρώπων είναι τα παιδιά τους, το μέλλον ολοζώντανο και προσωποποιημένο.
Όσο για τις απειλές σου, στο λέω, χωρίς να φόβο ή αγωνία, κάνε ό,τι εσύ κρίνεις σωστό. Βασάνισε με , φυλάκισε με , εξόρισε με, σκότωσε με, κάνε αυτό που εσύ νομίζεις ότι είναι χειρότερο. Στο λέω όμως, άνθρωπε, τις σκέψεις και τις ιδέες μου δεν μπορείς να τις πειράξεις. Το πνεύμα και τα πιστεύω μου άθικτα θα μείνουν, αιώνια, ενέργεια που δεν χάνεται ποτέ. Και ό,τι και να προσπαθήσεις ελεύθερος θα λέγομαι και θα παραμένω.
Θα παραμείνω εδώ που είμαι λοιπόν, περιμένοντας τι θα αποφασίσεις. Και θέλοντας ή μη θα αποδείξω την δύναμη μου και θα δοξαστεί το πρόσωπό μου. Και όλοι θα λένε πόσο σπουδαίος και τέλειος είμαι – αθάνατος θα μείνω έτσι μέσα στην ιστορία!»