Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

And when you gaze long into an abyss, the abyss gazes also into you.

Τον τελευταίο καιρό θέλω να γράψω αρκετά πράγματα και να τα δημοσιεύσω στο blog, αλλά για δύο λόγους δεν το κάνω. Πρώτον έχω αρχίσει εδώ και πολύ καιρό κανονικά τα μαθήματα και δεν έχω τον χρόνο να κάτσω να γράψω, αλλά και πάλι όταν τον έχω κάθομαι και βλέπω σειρές, ακούω μουσική, σερφάρω στο internet ή παίζω βιντεοπαιχνίδια, τα οποία τα είχα βγάλει για ένα χρόνο + τελείως από τη ζωή μου. Δεύτερον, γράφω για το μάθημα της Έκθεσης, το οποίο για χαζές ασκήσεις και κατευθυνόμενα θέματα μου τρώει την όποια διάθεση ή έμπνευση έχω.

Αλλά μιας και το αποφάσισα!

Είχα πάει το προηγούμενο σαββατοκύριακο στην Θεσσαλονίκη να δω μερικούς φίλους που ξέρω εκεί, να περάσει και κάπως διαφορετικά αυτό το ρημάδι το βράδυ της Παρασκευής και του Σαββάτου, που ακόμα και αυτό, ακόμα και η έξοδος έχει πάρει μια συγκεκριμένη μορφή, εκείνη της ρουτίνας.
Την Κυριακή, λοιπόν, μετά από μερικά ψώνια που κάναμε, περπατούσαμε στον δρόμο και μιλούσαμε. Πιάνω σε μια στιγμή τον εαυτό μου να λέει το εξής:
«Πάντως για να μπορείς να απολαύσεις τις ανέσεις αυτού του κόσμου, για να μπορείς να ζήσεις αξιοπρεπώς σε μία μεγάλη πόλη και να αγοράσεις ό,τι αυτή έχει, πρέπει να έχεις πολλά λεφτά, οπότε κάνε μία δουλειά που να βγάζεις πολλά λεφτά»

Όταν αργότερα σκέφτηκα τι είπα ανατρίχιασα. Ακόμα και τώρα αισθάνομαι άσχημα. Πάντα μα πάντα ήμουν τις άποψης πως τα λεφτά δεν είναι το παν, πάντα έλεγα πως το να αγοράζεις πολλά προϊόντα είναι μια βλακεία και μισή (ή έστω αν δεν το εξέφραζα το πίστευα), πως τα ρούχα είναι προϊόν τρίτης κατηγορίας, πως πρέπει να κάνουμε την δουλειά που μας εκφράζει και αρέσει, χωρίς να σκεφτούμε τις οικονομικές απολαβές.
Και τώρα έλεγα ακριβώς τα αντίθετο. Και συνειδητοποίησα πως αυτό που λέμε τόσο καιρό στην Έκθεση «υπερκαταναλωτισμό» είχε μπει μέσα μου. Είχα τυφλωθεί κυριολεκτικά από τα προϊόντα, από τις αγορές, από τις τιμές, από τα αγαθά. Εκείνη την στιγμή η αγορά σαν πράξη έγινε αυτοσκοπός, σκεφτόμουν με βάση το χρήμα κι όχι τον άνθρωπο. Στο μυαλό μου κυριαρχούσαν μόνο αγαθά προς πώληση. Είχα ξεχάσει τα αισθήματα, τους ηθικούς κώδικες. Είχα ξεχάσει τον πόνο των ανθρώπων που υποφέρουν γύρω μου, είχα χτίσει ένα τοίχος ανάμεσα σε μένα και στην πραγματικότητα. Είχα γίνει χωρίς υπερβολές, όχι απλά δούλος, αλλά λάτρης και θερμός υποστηρικτής του υπερκαταναλωτισμού!
Μόλις κατάλαβα τι είχα κάνει σιχάθηκα τον εαυτό μου. Ακόμα και που με έχω εκπαιδεύσει να με αγαπάω και να μην σκέφτομαι αρνητικά για το πρόσωπό μου, εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να μην θέλω να φτύσω το τέρας στον καθρέφτη.
Θα μου πείτε ήταν ένα λάθος στιγμής και μπράβο που το κατάλαβε και δεν συνέχισες με αυτή τη νοοτροπία. Δίκιο θα έχετε. Όμως ελάτε κι εσείς λίγο στη θέση μου, όσο παράξενο κι αν σας φαίνεται αυτό που αισθάνθηκα. Είχα γίνει για μερικές στιγμές ίδιος με όλους τους άλλους, είχα γίνει λιγότερο άνθρωπος και πραγματικά, πραγματικά, όμως, ένιωσα απαίσια.

Ξέρω πως δεν έχει καλή δομή το κείμενο, πως ο λόγος είναι προφορικός κτλ, αλλά δεν ήθελα να προκαλέσω κάποια ιδιαίτερη τέρψη στον αναγνώστη, όπως στα προηγούμενα κείμενα. Ήθελα να δηλώσω άμεσα τι αισθάνθηκα, χωρίς να προσπαθεί κανείς να αποκρυπτογραφήσει θολά νοήματα και εικόνες.