Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Χριστούγεννα και πάλι

Τραγούδια για έρωτες, ιστορίες για ανθρώπους που αλλάζουν, που βρίσκουν ελπίδα, που πεθαίνουν φτωχοί και τιποτένιοι, αγαπημένοι δε από τον Θεό.

Χριστουγεννιάτικα δέντρα, στολίδια, γλυκά, γκι, δώρα, διακοπές και ξεκούραση.

Βιτρίνες στολισμένες, Αη- Βασίληδες που χορεύουν, μπαλόνια, ουρές στα μαγαζιά.

Ταινίες με Αη – Βασίληδες, με περιπέτειες στα χιονιά, σε σπίτια, στον Βόρειο Πόλο.

Κι όμως πάρτε το χαμπάρι. Τα Χριστούγεννα δεν είναι όλα αυτά. Είναι η γέννηση του Χριστού, η αρχή της εκπλήρωσης της υπόσχεσης του Θεού στον λαό του και σε όλο τον κόσμο, η αρχή της Καινής Διαθήκης.
Είναι η πιο γνωστή γιορτή το νόημα της οποίας εύκολα ξεχνιέται. Απλά το υπενθυμίζω σε όποιον τύχει και διαβάσει το post.

Καλά Χριστούγεννα.

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

«Σας παρακαλώ, ένα μπουκάλι γάλα θέλω να πάρω»

Θα ήταν γύρω στις 11 και 10 το πρωί, όταν την είδα να στέκεται όρθια, πάνω στον γκρίζο πεζόδρομο της Ασκληπιού, λίγα μέτρα πιο μακριά έξω από το Δημαρχείο. Αν και είχα μάθημα σε μερικά λεπτά και βιαζόμουν να φτάσω στον προορισμό μου, βάζοντας έναν αγώνα δρόμου με τον ίδιο τον χρόνο, συνέβη εκείνο το παράδοξο φαινόμενο που τόσο εκθειάζουν στις ταινίες και στα λογοτεχνικά βιβλία. που λαμβάνει χώρα, όταν κάποιος ερωτεύεται. Ο χρόνος σταμάτησε.
Δεν ήταν όμως η θέα κοριτσιού που έκανε τους χτύπους της καρδιάς μου να αυξηθούν εκείνο το άτομο που σταμάτησε το χρόνο. Ήταν η θέα μιας ηλικιωμένης κυρίας, φασκιωμένης στα μαύρα, ακουμπώντας άτσαλα σε ένα μαύρο μπαστούνι να κοιτάει με τα μικρά, ζαρωμένα της μάτια τους ανθρώπους που περνούσαν από κοντά της έχοντας απλωμένο δειλά το αριστερό της χέρι να λέει με μία τρεμάμενη και σπαρακτική φωνή: «Σας παρακαλώ, ένα μπουκάλι γάλα θέλω να πάρω».
Εκείνη η γυναίκα, που η παρουσία της είχε κάνει τον ίδιο το χρόνο να σταματήσει, στεκόταν στο μεγάλο πεζόδρομο των Τρικάλων, αόρατο νησί σε θάλασσα αδιάφορων ανθρώπων, μόνη, μαύρη και αδύναμη, διαπράττοντας την πιο ταπεινωτική πράξη για την αξιοπρέπεια της, ζητιάνευε.
Οι πρώτες μου σκέψεις ήταν εκείνες που είχα παλιότερα κάθε φορά που έβλεπα έναν ζητιάνο, κωφάλαλο ή γενικά άνθρωπο που ζητούσε ελεημοσύνη. Την λυπήθηκα, όπως λυπόμουν αυτούς τους ανθρώπους, όταν ήμουν μικρό παιδί και τραβούσα το μανίκι της μητέρας μου θέλοντας να την πείσω να τους δώσει χρήματα. Εκείνη την στιγμή η γυναίκα αυτή στο μυαλό μου πήρε την μορφή πολλών άλλων προσώπων που βρίσκονται στην ίδια μοίρα. Αν οι άνθρωποι που ζητάνε χρήματα από ανάγκη είχαν ομάδα, τότε, εκείνη για μένα ήταν η αρχηγός τους.
Τι κακουχίες να την είχαν βρει άραγε; Πως τα έφερε έτσι η ζωή, ώστε να φτάσει εκείνη η γριά κυρία, που παλιότερα θα ήταν μια δεσποινίδα γεμάτη χάρη και ζωντάνια να παρακαλάει για ένα μπουκάλι γάλα; Μήπως δεν της φτάνει η σύνταξη, η ακρίβεια την χτύπησε, δεν έχει άλλους συγγενείς, δεν έχει σπίτι;
Τι να αισθάνεται, όταν γυρίζει στον τόπο κατοικία της μετά από μία μέρα τέτοιας ταπείνωσης; Αναπολεί άραγε την παλιά της ζωή, τις όποιες ανέσεις απολάμβανε; Βλέπει το μέλλον γεμάτη απαισιοδοξία και ένα βαρύ, μαύρο στρώμα απελπισίας και θλίψης την τυλίγει; Μήπως βλέπει πως έχοντας γεράσει τώρα πια δεν έχει στο να ελπίζει για ένα καλύτερο μέλλον, πως η ελπίδα την χάιδεψε κάποτε, μα τώρα έχει περάσει;
Παρασυρμένος, όμως, από την καθημερινότητα, γρήγορα την ξέχασα. Όπως γρήγορα ξεχνάμε όλους όσους έχουν ανάγκη γύρω μας. Ίσως πάλι να είμαστε βιολογικά προγραμματισμένοι έτσι για να επικεντρωθούμε στην δική μας επιβίωση. Επειδή ακριβώς όμως επικεντρωνόμαστε στην δική μας επιβίωση, αργότερα, ίσως αν κάποιος από εμάς βρεθεί σε παρόμοια κατάσταση δεν θα λάβει βοήθεια από πουθενά. Όποια, όμως, κι αν ήταν η αιτία το αποτέλεσμα ήταν ότι την ξέχασα.
Δύο εβδομάδες πέρασαν, όταν, περνώντας από το ίδιο μέρος, την ίδια ώρα, προχωρώντας γρήγορα για μην αργήσω πολύ να πάω στο μάθημα είδα εκείνη την κυρία ξανά. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από την προηγούμενη φορά. Φασκιωμένη στα μαύρα, ακουμπώντας άτσαλα σε εκείνο το μαύρο μπαστούνι, ζητούσε βοήθεια. Λέγοντας ακριβώς τα ίδια λόγια: «Σας παρακαλώ, ένα μπουκάλι γάλα θέλω να πάρω».
Και τότε ένα δεύτερο κύμα σκέψεων κατέκλεισε το μυαλό μου, εκείνο που είχε σκοτώσει τις αθώες παιδικές μου σκέψεις, τις είχε θάψει βαθιά στην άβυσσο του υποσυνείδητού μου και με χαρακτήριζε στα χρόνια που ήρθαν. Η εικόνα εκείνης της γυναίκας, που για δεύτερη φορά έλεγε τα ίδια λόγια, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ήταν εκείνη των ανθρώπων που μπαίνουν στα λεωφορεία της Θεσσαλονίκης, λίγο πριν αναχωρήσουν για τα Τρίκαλα και λένε κάθε φορά τις ίδιες ατάκες και ιστορίες για να κερδίσουν χρήματα. Εκείνη η γυναίκα δεν είχε ανάγκη. Εκείνη η γυναίκα ήταν απατεώνισσα.
Απατεώνισσα όπως τόσοι πολλοί άλλοι, που προσπαθούν να κερδίσουν χρήματα χωρίς να ιδρώσουν. Τεμπέληδες, άξεστοι, άπληστοι. Άνθρωποι που το πρωί έχουν ανάγκη και το βράδυ ξοδεύουν τα χρήματά τους στο ποτό, στα ναρκωτικά, στα χαρτιά. Και οι απλοί πολίτες, σαν κορόιδα εξαπατούνται από τους φτηνούς θεατρινισμούς τους και τους δίνουν χρήματα.
Και πάλι όμως δεν μπορούσα να είμαι σίγουρος. Γιατί έχουμε γεμίσει τόσους απατεώνες που δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε εκείνους που πραγματικά έχουν ανάγκη από τους δόλιους. Και τι κάνουμε; Υποθέτουμε πως όλοι είναι τέτοιοι. Σώζει και την τσέπη και να μας κάνει να αισθανόμαστε καλά και δικαιωμένοι από πάνω. Αλλά πόσους που πραγματικά ήθελαν βοήθεια δεν έχουμε βοηθήσει με αυτόν τον τρόπο;
Τα παραπάνω τα συζήτησα με έναν φίλο ένα βράδυ και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι προφανώς δεν ξέρουμε που πρέπει να δώσουμε και που όχι. Και τι θα ήταν καλό να κάνουμε; Να δίνουμε σε όλους ή να μην δώσουμε σε κανέναν; Τι είναι σημαντικότερο; Να νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας ότι βοηθάμε ή να βοηθάμε στα αλήθεια;
Μήπως η απάντηση είναι προφανής, αλλά εμείς έχουμε αλλοτριωθεί τόσο πολύ; Μήπως το συμφέρον μας δεν είναι πάντα το επιθυμητό; Μήπως, εννοώ, βοηθάμε περισσότερο αν η κατάσταση αποφέρει κόστος σε μας και κέρδος στους άλλους; Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω την απάντηση. Όμως, είμαι σίγουρος πως βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο σφίξιμο της καρδιάς, συνοδευόμενο από αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς και στο αίσθημα της ανακούφισης, συνοδευόμενο, στην αρχή τουλάχιστον, από εκείνο της απώλειας. Τι εννοώ; Απλά φανταστείτε πως βλέπετε εκείνη την κυρία. Στην πρώτη περίπτωση δεν της δίνετε λεφτά, ενώ στην δεύτερη της δίνετε.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Οι σκεψεις μου για το νεκρό Αλέξανδρο και κάτι παραπάνω

Με αυτά που συμβαίνουν γύρω μας αποφάσισα να γράψω ένα κείμενο στο οποίο εξηγώ τις απόψεις μου επί του θέματος. Θα εκθέσω αυτές τις απόψεις στην αρχή και θα τις τεκμηριώσω παρακάτω. Καταρχάς βρίσκω κι εγώ τραγικό το περιστατικό με το θάνατο του 15χρονου Αλέξανδρου και συμπονώ τους γονείς και φίλους του θύματος. Χειροκροτώ την στάση των μαθητών, που βγήκαν στους δρόμους για να τον τιμήσουν και να διαδηλώσουν για να δείξουν την αγανάκτηση τους με το συμβάν και παρόμοια συμβάντα ανευθυνότητας της αστυνομίας. Θεωρώ, όμως, ανεπίτρεπτη την συμπεριφορά εκείνων των ομάδων που βγήκαν στους δρόμους για να καταστρέψουν και για να επιτεθούν σε ανθρώπους. Επίσης, βρίσκω άκρως υποκριτικό να μελετάμε ακόμα το γεγονός με τον θάνατο του 15χρονου και να φωνάζουμε δείχνοντας πως τόσο πολύ μας νοιάζει, ενώ στην πραγματικότητα μετά από 2-3 μέρες το μόνο που νοιάζει τον καθένα είναι να χάσει μάθημα αν είναι μαθητής, να παραμείνει στην εξουσία ή να φάει την εξουσία από εκείνον που την έχει αν είναι πολιτικός ή να ξεθυμάνει αν ανήκει στην κατηγορία των ζώων που καταστρέφουν ξένες περιουσίες. Να σημειώσω, ακόμη πως δεν πιστεύω στην ωμή βία και στους σαματάδες και είμαι πολέμιος οποιασδήποτε απόπειρας επισφαλούς γενίκευσης, κάτι το ποίο έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις.

Ο θάνατος ενός 15χρονου δεν μπορεί παρά μόνο λύπη να προκαλέσει. Μία ζωή χάθηκε, ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να προσφέρει πολλά ακόμη γύρω του. Δεν έχει σημασία αν ήταν πλούσιος ή φτωχός, αν ήταν έξυπνος ή όχι, αν ο χαρακτήρας του φημίζονταν για τα κολακευτικά σχόλια που τον απάρτιζαν ή αν έμοιαζε με εκείνο ανθρώπου άξεστου. Το παιδί δεν το γνώριζα, ούτε γνώριζα κάποιον συγγενή ή φίλο του. Το απότομο τέλος μια ζωής γεμάτη μέλλον, όμως, ενός εφήβου γεμάτου όνειρα και μηδαμινό άγχους θανάτου (ποιος θα τον σκεφτεί άλλωστε σε μία τόσο τρυφερή ηλικία;) είναι αυτό που λέμε με μία λέξη «κρίμα».
Αλλά ποιος μπορεί να απαλύνει και τον πόνο των γονέων; Αν ένα παιδί είναι προϊόν αγάπης, όπως πιστεύω όλα εκείνα τα παιδιά που οι γονείς τους δουλεύουν για να τους παρέχουν τα πάντα και μία ζωή γεμάτη ανέσεις, όσες ανέσεις μπορεί να προσφέρει ο καθένας βέβαια, τότε είναι το πιο δύσκολο πράγμα να χάσει κανείς. Δεν είναι ανάγκη το πάθημα να σου γίνει μάθημα, να εκτιμήσεις κάτι αφού το χάσεις, όσον αφορά την σχέση γονέων παιδιών. Όταν το παιδί πεθαίνει, οι γονείς παρακαλούν να πάρουν εκείνοι τη θέση τους, τα όνειρα τους χάνονται, το ίδιο και η ελπίδα τους να ζήσουν κι αυτοί μέσα από τη ζωή του.
Και οι φίλοι; Ας μην ξεχάσουμε τους φίλους! Οι φίλοι είναι εκείνοι καταλαβαίνουν ένα άτομο περισσότερο κι από τους ίδιους τους γονείς. Ο δεσμός ανάμεσα σε δύο αληθινούς φίλους είναι μεγαλύτερος από εκείνον που ενώνει δύο αδέρφια. Πως λοιπόν να μην νιώσει ο οποιοσδήποτε καταβεβλημένος όταν ο δεσμός αυτός πάψει να υφίσταται; Και ύστερα είναι οι τύψεις. Αν ήμουν εγώ στην θέση του, αν δεν του έλεγα να πάμε έξω, αν δεν με λέγανε Νίκο…
Δεν μπορώ να προσφέρω λόγια παρηγοριάς σε καμία από τις δύο ομάδες. Όχι, δεν είναι όλα καλά, όχι δεν μπορώ να κάνω τίποτα, όχι δεν χρειάζονται κάτι άλλο αυτή τη στιγμή. Μπορώ, όμως, να τους πω να συνεχίσουν την ζωή τους μετά τον θρήνο, να τους πω πως εκείνοι δεν φταίνε σε τίποτα. Απλά η ζωή είναι πουτάνα. Και πιθανότατα εκείνος ο αστυνομικός.

Πριν προχωρήσω στους μαθητές της Ελλάδας θέλω να σταθώ λίγο στον αστυνομικό. Δεν ξέρω τι πραγματικά έγινε. Αν όντως τον πυροβόλησε εν ψυχρώ ο άνθρωπος έκανε μαλακία και πρέπει να τιμωρηθεί. Μακάρι να μετανιώσει για αυτό που έκανε, αν δεν το έχει κάνει είδη και όταν αργότερα βγει από τη φυλακή να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του. Μα μπαίνει στα παπούτσια του αστυνομικού; Αυτή ίσως και να είναι η κατάρα μου. Δίνω και δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες και πιστεύω στον σωφρονισμό κι όχι στην τιμωρία. Ο καθένας αν μετανιώσει για τα κακά πράγματα που έχει κάνει θα πρέπει να έχει την ευκαιρία να ζήσει αργότερα. Διότι, αν καταδικαζόμασταν ισόβια για κάποιο παράπτωμα μας, δεν θα μαθαίναμε από τα λάθη μας, δεν θα προχωρούσε αυτός ο κόσμος μπροστά, αφού η πρόοδος είναι εκείνη η ποσότητα που έχει ως συνισταμένες πάμπολλες αποτυχημένες προσπάθειες και δοκιμές. Εξάλλου, σκεφτείτε και την οικογένεια εκείνου του αστυνομικού. Τι φταίνε τα παιδιά και η γυναίκα του; Μα θα μου πείτε τα ήθελε και τα έπαθε. Έτσι είναι αυτά. Ας τα σκεφτόταν πριν τραβήξει την σκανδάλη. Αλλά δεν τα σκέφτηκε. Ποιος θα φροντίσει εκείνη την κατεστραμμένη και στιγματισμένη πλέον οικογένεια;
Δηλαδή μου λες πως δεν πρέπει να τιμωρηθεί ο αστυνομικός; Καθόλου! Η τιμωρία ίσα ίσα θα αποτρέψει από το να γίνουν παρόμοια περιστατικά στο μέλλον (θεωρητικά μιλώντας πάντα). Και του αξίζει ό,τι έπαθε. Αλλά ας σκεφτούμε όμως και την άλλη πλευρά των πραγμάτων, το μέλλον αυτού του ανθρώπου, αν μετανιώσει, και το παρόν και μέλλον της οικογένειας του που δεν φταίει σε τίποτα.
Βέβαια δεν ξέρω αν θα έλεγα τα ίδια αν σκότωναν το δικό μου παιδί ή τον δικό μου φίλο. Η αλήθεια είναι πως αυτά τα πράγματα είναι υποκειμενικά και θα χρειαστεί μεγάλη ψυχική δύναμη από τους γονείς του παιδιού στο μέλλον να συγχωρέσουν αυτό τον άνθρωπο, αν με δάκρυα στα μάτια τους το ζητήσει. Ίσως πάλι να μην τους το ζητήσει και ποτέ.

Ο θάνατος, λοιπόν, έφερε την αγανάκτηση των μαθητών. Κάνοντας καταλήψεις, βγαίνοντας στους δρόμους έδειξαν την πικρία τους για το συμβάν, τίμησαν και με το παραπάνω τη μνήμη του τραγικού εφήβου. Κι όσο αν θα λέω πως αυτά είναι υπερβολές χαίρομαι όταν βλέπω ανθρώπους γεμάτους πάθος να θέλουν να τιμήσουν τον νεκρό, να θέλουν να περάσουν ένα μήνυμα. Χαμογελάω αυτή τη στιγμή όταν σκέφτομαι τον δυναμισμό τους. Ίσως γιατί δεν τον έχω επίδειξη η ίδιος, όντας πιο συγκρατημένος και άνθρωπος που δεν εκφράζει τα συναισθήματα του εύκολα. Άκουσα μάλιστα πως εκείνοι οι μαθητές που νοιάστηκαν για τον Αλέξανδρο δεν έκαναν φασαρίες, δεν τα έβαλαν με τους αστυνομικούς. Εκείνοι τίμησαν. Μπράβο τους!

Μαζί με αυτούς όμως εμφανίστηκαν κι εκείνοι που προκάλεσαν καταστροφές σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας. Εκείνοι οι άνθρωποι για μένα δεν βγήκαν για να τιμήσουν τον Αλέξανδρο. Βγήκαν μόνο και μόνο για να προκαλέσουν την καταστροφή. Σαν τους χούλιγκαν στα γήπεδα. Ο αγώνας και η προσήλωση τους σε μία ομάδα είναι μόνο η αφορμή. Και στο όνομα, λοιπόν, ενός νεκρού παιδιού, στην ιδέα μιας καλύτερης αστυνομίας, ξεχύθηκαν στους δρόμους, έβαλαν φωτιά στο κέντρο της Αθήνας και κατέστρεψαν και έκλεψαν! Εκείνους δεν τους νοιάζει η καλύτερη αστυνόμευση, δεν τους νοιάζει η ασφάλεια και η τάξη. Οι ίδιοι είναι κομμάτια του σώματος του χάους και της αταξίας. Συμφεροντολόγοι που εκμεταλλεύτηκαν ένα γεγονός για να ξεθυμάνουν, να κλέψουν για να πιάσουν την καλή. Για αυτούς τους ανθρώπους μόνο ντροπή αισθάνομαι.
Θα μου πείτε, είπες πριν πως αν ο αστυνομικός μετανιώσει του αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία. Ναι, αφού τιμωρηθεί όμως. Το ίδιο κι αυτά τα άτομα.

Τι γίνεται όμως με εκείνους που πράγματι πήραν αφορμή από το περιστατικό του Αλέξανδρου για να περάσουν το μήνυμα στη κυβέρνηση πως δεν ανέχονται άλλη αδιαφορία και την ανευθυνότητα της ελληνικής αστυνομίας; Καταρχάς να πω πως ο στόχος τους είναι σεβαστός. Και ποιος δεν θέλει αυτό που αποζητάνε; Δυστυχώς όμως κι αυτοί, πιστεύω, συγκαλύφθηκαν από τις παραπάνω ομάδες της καταστροφής.
Βέβαια, είμαι υπέρ των διαδηλωτών που μάχονται για μία καλύτερη αστυνομία, εφόσον όμως κι εκείνοι διαδηλώνουν χωρίς να προκαλέσουν ζημιές και υλικές καταστροφές. Μία διαδήλωση πολιτισμένη.

Και τώρα έφτασα σε ένα σημείο που αρκετοί ίσως να με παρεξηγούνε. Συμφωνώ με το πένθος για τον νεκρό μαθητή, συμφωνώ πως το συμβάν ήταν τραγικό. Αλλά ρε παιδιά εγώ αυτό το άτομο δεν το ήξερα. Και πείτε με αναίσθητο, αλλά δεν έκατσα όλες αυτές τις μέρες κλεισμένος στο δωμάτιό μου για να το σκέφτομαι. Διάβασα τα μαθήματά μου, έφαγα γεμάτος όρεξη, κοιμήθηκα ήσυχος το βράδυ. Και θέλω να μάθω, αν είμαι ο μόνος που τα έκανα όλα αυτά ή αν το έκανα και εκατομμύρια άλλοι «αγανακτισμένοι» Έλληνες. Το βρίσκω υποκριτικό να λέμε «κρίμα και κρίμα και πρέπει να διαδηλώσουμε και να παλέψουμε» και να συναντιόμαστε με τους φίλους μας, να λέμε αστεία, να ζούμε κανονικά χωρίς τύψεις και στεναχώρια. Κι αν μας πείραξε ο άδικος θάνατος ενός 15χρονου τόσο πολύ, τότε γιατί δεν καίμε πόλεις ολόκληρες για τα παιδιά στις χώρες του τρίτου κόσμου που πεθαίνουν από την πείνα, δίψα, αρρώστιες, θάνατοι άδικοι (δεν διάλεξαν να γεννηθούν εκεί), θάνατοι – εκτελέσεις (η αδιαφορία μας τους εκτελεί κάθε μέρα), θάνατοι φρικτοί (το σώμα πρήζεται και ανοίγει, οι πόνοι είναι αφόρητοι, εκκρίνονται αίμα και σωματικά υγρά από το σώμα τους).
Μα που πας τόσο μακριά θα μου πουν κάποιοι. Μακριά; Απλά ζήσε με τους φτωχούς και ζητιάνους της πόλης σου για μερικές μέρες για να δεις μια light απεικόνιση των παραπάνω.
Άλλοι πάλι θα πούνε «Τουλάχιστον ξεσηκωθήκαμε για κάτι, είναι μία αρχή». Εσάς που όντως ξεσηκωθήκατε για αυτό σας συγχαίρω. Αλλά ξέρω άλλους τόσους που έκανα καταλήψεις για να χάσουν μάθημα, ξέρω πως τα άλλα κόμματα νοιάστηκαν μόνο να πέσει η κυβέρνηση για να έρθουν αυτά στην εξουσία. Ο ένας υποκριτής πίσω από τον άλλο! Σκέφτομαι ακόμη. Αν λέγαμε στους μαθητές σηκωθούν το Σάββατο το πρωί στις 8-9 να κάνουν διαδήλωση για τον νεκρό Αλέξανδρο, πόσοι αλήθεια θα ξυπνούσαν και πήγαιναν; Και πόσοι θα πήγαιναν επειδή πραγματικά αισθάνονται την ανάγκη να τον τιμήσουν και όχι γιατί δεν θέλουν μα φανούν υποκριτές και αναίσθητοι στα μάτια του κόσμου;
Για μένα λογικό είναι πικραμένοι να είναι ακόμη μόνο όσοι σχετίζονταν στενά με τον νεκρό. Γονείς, φίλοι, συγγενείς, συμμαθητές. Συμβαίνει σε κάθε θάνατο.

Τέλος, δηλώνω πως, ναι, δεν είμαι άνθρωπος των διαδηλώσεων. Πιστεύω στον διάλογο και προτιμώ τον πλάγιο τρόπο άσκησης πίεσης από αυτόν τον δυναμικό των διαδηλώσεων. Σε αυτό μπορεί να είμαι και λάθος. Όπως είπε κι ένας φίλος μου «Πιστεύεις πως αν δεν βγούμε στους δρόμου και συζητήσουμε ήσυχα κι ωραία θα νοιαστεί ο Καραμανλής;» Δυστυχώς, όσο κι αν θέλω να το πιστεύω, δεν θα νοιαστεί. Γι’αυτό όσον αφορά στην φύση και την σημασία των διαδηλώσεων η άποψη μου πιθανότατα είναι λανθασμένη, μιας και σκέφτομαι κάπως «ρομαντικά» σε αυτό το ζήτημα.
Όμως προσοχή! Ακόμα κι αν δεχτώ πως οι διαδηλώσεις είναι απαραίτητες δεν ανέχομαι τις όποιες μορφές βίας. Δεν πιστεύω πως είναι ανάγκη να πλακώσουμε κανέναν αστυνόμο στο ξύλο, να σπάσουμε καμία βιτρίνα αθώων καταστηματαρχών, για ασκήσουμε πίεση. Ζημιές σε δημόσια περιουσία ίσως, αλλά κι αυτή μετρημένη κι όχι να ξεφεύγουμε από τον έλεγχο.
Μα οι αστυνομικοί δεν είναι οι κακοί της υπόθεσης; Κι εδώ είναι το τελευταίο σημείο στο οποίο θέλω να σταθώ. Ο αστυνομικός που πυροβόλησε είναι ο κακός της υπόθεσης. Εκείνοι που βάρεσαν τον Κύπριο είναι οι κακοί της υπόθεσης. Όχι όλοι οι αστυνομικοί .Δηλαδή, ο άλλος που κάνει καλά τη δουλειά του τι φταίει για τον βρίζει ο κάθε διαδηλωτής και να του ρίχνει ξύλο ο κάθε διαδηλωτής; Κι αν του ρίξει ξύλο μετά για αυτοάμυνα αμέσως θα πέσουν οι κατηγορίες πως πάλι έγινε κατάχρηση εξουσίας!
Θα μου πείτε. «Ναι, αλλά αυτά τα κάνουμε επειδή εκεί έξω έχουν γίνει τόσα συμβάντα με αστυνομικούς.» Μα δεν λέει κανένας πως έχετε δίκιο που φωνάζετε. Αλλά οι άλλοι οι σωστοί τι φταίνε; Πάνε οι Άγγλοι στην Μύκονο και επιδίδονται σε κραιπάλες και όργια. Την επομένη πρέπει να βρίσουμε όλους του Άγγλους; Ή πρέπει να στιγματιστεί ο Χριστιανισμός, που διδάσκει την αγάπη και πως οι ιερείς πρέπει να ασχολούνται μόνο με τα πνευματικά, αν πολλοί παπάδες κλέβουν και βιάζουν; Με την ίδια λογική όλη η Αλβανία αποτελείται από κλέφτες και απατεώνες, ο θείος μου στην Αμερική που δεν ψήφισε Μπους και ήταν κατά του πολέμου είναι φονιάς των λαών και η Φυσική πρέπει να καταργηθεί σαν επιστήμη, επειδή γέννησε την πυρηνική βόμβα!
Όλα τα παραπάνω αποτελούν γενικεύσεις. Επισφαλείς και βεβιασμένες. Ο συλλογισμός είναι καθαρά επαγωγικός και τα στοιχεία δυστυχώς δεν επαρκούν για να τον μετατρέψουν σε ακλόνητο κι έγκυρο.
Και θα έρθει η ανασκευή (που δεν αποτελεί αντίκρουση της θέσης μου): «Ναι, αλλά επειδή συμβαίνουν αυτά δεν θα κρατάς τα νώτα σου φυλαγμένα; Θα δώσεις έτσι απλόχερα λεφτά σε εκκλησία και σε φιλανθρωπικούς οργανισμούς; Θα βάλεις ζητιάνους μέσα στο σπίτι σου;» Η απάντηση είναι πως θα είμαι επιφυλακτικός. Δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς. Όμως θα εξακολουθώ να πιστεύω πως δεν είναι όλοι έτσι όπως είναι μερικοί ή έστω ένα μεγάλο μέρος τους.
Γι’αυτό το ξαναλέω. Φωνάξτε αλλά σεβαστείτε τους άλλους. Χτυπήστε εκεί που πρέπει, όχι εκεί που προσφέρεται. Και οι γενικεύσεις μόνο ρατσιστικές απόψεις στην επιφάνεια φέρνουν.

Αυτά είχα να πω, αυτά πιστεύω. Μπορεί να μην συμφωνείτε με πολλά από όσα λέω. Αλλά κι εγώ δεν σας επιβάλω κάποια γνώμη. Απλά προβληματιστείτε με τις απόψεις μου, όπως κι εγώ προβληματίστηκα με άλλες απόψεις. Και ποιος ξέρει; Ίσως στο μέλλον να αναθεωρήσω κάποια πράγματα από αυτά που έγραψα παραπάνω. Αλλά μέχρι στιγμής αυτή είναι η άποψή μου.

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

And when you gaze long into an abyss, the abyss gazes also into you.

Τον τελευταίο καιρό θέλω να γράψω αρκετά πράγματα και να τα δημοσιεύσω στο blog, αλλά για δύο λόγους δεν το κάνω. Πρώτον έχω αρχίσει εδώ και πολύ καιρό κανονικά τα μαθήματα και δεν έχω τον χρόνο να κάτσω να γράψω, αλλά και πάλι όταν τον έχω κάθομαι και βλέπω σειρές, ακούω μουσική, σερφάρω στο internet ή παίζω βιντεοπαιχνίδια, τα οποία τα είχα βγάλει για ένα χρόνο + τελείως από τη ζωή μου. Δεύτερον, γράφω για το μάθημα της Έκθεσης, το οποίο για χαζές ασκήσεις και κατευθυνόμενα θέματα μου τρώει την όποια διάθεση ή έμπνευση έχω.

Αλλά μιας και το αποφάσισα!

Είχα πάει το προηγούμενο σαββατοκύριακο στην Θεσσαλονίκη να δω μερικούς φίλους που ξέρω εκεί, να περάσει και κάπως διαφορετικά αυτό το ρημάδι το βράδυ της Παρασκευής και του Σαββάτου, που ακόμα και αυτό, ακόμα και η έξοδος έχει πάρει μια συγκεκριμένη μορφή, εκείνη της ρουτίνας.
Την Κυριακή, λοιπόν, μετά από μερικά ψώνια που κάναμε, περπατούσαμε στον δρόμο και μιλούσαμε. Πιάνω σε μια στιγμή τον εαυτό μου να λέει το εξής:
«Πάντως για να μπορείς να απολαύσεις τις ανέσεις αυτού του κόσμου, για να μπορείς να ζήσεις αξιοπρεπώς σε μία μεγάλη πόλη και να αγοράσεις ό,τι αυτή έχει, πρέπει να έχεις πολλά λεφτά, οπότε κάνε μία δουλειά που να βγάζεις πολλά λεφτά»

Όταν αργότερα σκέφτηκα τι είπα ανατρίχιασα. Ακόμα και τώρα αισθάνομαι άσχημα. Πάντα μα πάντα ήμουν τις άποψης πως τα λεφτά δεν είναι το παν, πάντα έλεγα πως το να αγοράζεις πολλά προϊόντα είναι μια βλακεία και μισή (ή έστω αν δεν το εξέφραζα το πίστευα), πως τα ρούχα είναι προϊόν τρίτης κατηγορίας, πως πρέπει να κάνουμε την δουλειά που μας εκφράζει και αρέσει, χωρίς να σκεφτούμε τις οικονομικές απολαβές.
Και τώρα έλεγα ακριβώς τα αντίθετο. Και συνειδητοποίησα πως αυτό που λέμε τόσο καιρό στην Έκθεση «υπερκαταναλωτισμό» είχε μπει μέσα μου. Είχα τυφλωθεί κυριολεκτικά από τα προϊόντα, από τις αγορές, από τις τιμές, από τα αγαθά. Εκείνη την στιγμή η αγορά σαν πράξη έγινε αυτοσκοπός, σκεφτόμουν με βάση το χρήμα κι όχι τον άνθρωπο. Στο μυαλό μου κυριαρχούσαν μόνο αγαθά προς πώληση. Είχα ξεχάσει τα αισθήματα, τους ηθικούς κώδικες. Είχα ξεχάσει τον πόνο των ανθρώπων που υποφέρουν γύρω μου, είχα χτίσει ένα τοίχος ανάμεσα σε μένα και στην πραγματικότητα. Είχα γίνει χωρίς υπερβολές, όχι απλά δούλος, αλλά λάτρης και θερμός υποστηρικτής του υπερκαταναλωτισμού!
Μόλις κατάλαβα τι είχα κάνει σιχάθηκα τον εαυτό μου. Ακόμα και που με έχω εκπαιδεύσει να με αγαπάω και να μην σκέφτομαι αρνητικά για το πρόσωπό μου, εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να μην θέλω να φτύσω το τέρας στον καθρέφτη.
Θα μου πείτε ήταν ένα λάθος στιγμής και μπράβο που το κατάλαβε και δεν συνέχισες με αυτή τη νοοτροπία. Δίκιο θα έχετε. Όμως ελάτε κι εσείς λίγο στη θέση μου, όσο παράξενο κι αν σας φαίνεται αυτό που αισθάνθηκα. Είχα γίνει για μερικές στιγμές ίδιος με όλους τους άλλους, είχα γίνει λιγότερο άνθρωπος και πραγματικά, πραγματικά, όμως, ένιωσα απαίσια.

Ξέρω πως δεν έχει καλή δομή το κείμενο, πως ο λόγος είναι προφορικός κτλ, αλλά δεν ήθελα να προκαλέσω κάποια ιδιαίτερη τέρψη στον αναγνώστη, όπως στα προηγούμενα κείμενα. Ήθελα να δηλώσω άμεσα τι αισθάνθηκα, χωρίς να προσπαθεί κανείς να αποκρυπτογραφήσει θολά νοήματα και εικόνες.

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

Αθάνατος

Ο βασιλιάς απευθύνθηκε στον γέροντα, που ήταν πεσμένος στα γόνατά του εξαντλημένος από τα βασανιστήρια και τις κακουχίες.

«Το μεγαλείο μου κανένας δεν το φτάνει. Είμαι μέγας και τρανός, ξακουστό το όνομα μου σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Τους λαούς του έχω υποτάξει, τα σπίτια και οι γυναίκες των ανθρώπων μου ανήκουν. Έχω χτίσει παλάτια, έχω χτίσει ναούς και με όση ευκολία θεμελίωσα πόλεις με άλλη τόση μπορώ να τις γκρεμίσω. Δεν υπάρχει κανένας να με φτάσει, άπιαστο όνειρο είναι η ζωή μου.
Αλλά εσύ γέροντα θέλησες να πας ενάντια στο θέλημα μου και ελεύθερο από τις επιθυμίες μου θεώρησες τον εαυτό σου. Να το βάλεις όμως καλά στο νου σου. Κανένας σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι ελεύθερος, όσο υπάρχουν βασιλιάδες και αρχηγοί, γιατί τα χέρια και οι ζωές σας μας ανήκουν.
Καταλαβαίνεις λοιπόν τιποτένιε με ποιον πήγες να τα βάλεις. Με τον θεό τον ίδιο! Μπορώ να σε βασανίσω, να σε φυλακίσω και να σε σκοτώσω. Μπορώ ακόμα και βασανιστικά εξόριστο να σε στείλω και από την πείνα και την κούραση να πεθάνεις.
Τα πάντα από την ζωή σου να εξαφανίσω και ένα με το τίποτα να γίνεις.
Έτσι για άλλη μια φορά θα αποδείξω την δύναμη μου, για άλλη μια φορά θα δοξαστεί το πρόσωπό μου. Αφού, λοιπόν, τόσο σπουδαίος και τέλειος είμαι αθάνατος θα μείνω μέσα στην ιστορία!»

Ο γέροντας κοίταξε τον βασιλιά στο πρόσωπο και του αποκρίθηκε αργά και καθαρά, όπως θα μιλούσε σε έναν φίλο.

«Βλέπεις εδώ είναι που κάνεις το λάθος. Ότι κι αν έχεις πετύχει το έχεις καταφέρει από τύχη. Τυχερός που γεννήθηκες γιος βασιλιά και όταν πέθανε ο πατέρας σου, που μόνος του κατόρθωσε να κάνει ό,τι στην ζωή του πέτυχε, ίσως με λίγη βοήθεια από φίλους και εμπιστοσύνη από τους άλλους ανθρώπους, ανέβηκες εσύ στο θρόνο.
Τα σπίτια και τους ναούς δεν τους έφτιαξες εσύ, άνθρωπε, αλλά οι εργάτες που μόχθησαν όλα αυτά τα χρόνια. Δικά τους είναι, σε αυτούς ανήκουν και οπωσδήποτε όχι σε σένα.
Όσον αφορά την ζωή σου έχει είδη ξεπεραστεί. Αν ρωτήσεις τον καθένα από εκείνους που εργάστηκε σκληρά, νιώθει κύριος και βασιλιάς μέσα σε καθετί έχει χτίσει. Κύριος του εδάφους που πατάει και κύριος του εαυτού του. Αν ρωτήσεις το ευτυχισμένο αντρόγυνο θα σου πει πως τίποτε άλλο στον κόσμο δεν θέλει και ο θησαυρός των ανθρώπων είναι τα παιδιά τους, το μέλλον ολοζώντανο και προσωποποιημένο.
Όσο για τις απειλές σου, στο λέω, χωρίς να φόβο ή αγωνία, κάνε ό,τι εσύ κρίνεις σωστό. Βασάνισε με , φυλάκισε με , εξόρισε με, σκότωσε με, κάνε αυτό που εσύ νομίζεις ότι είναι χειρότερο. Στο λέω όμως, άνθρωπε, τις σκέψεις και τις ιδέες μου δεν μπορείς να τις πειράξεις. Το πνεύμα και τα πιστεύω μου άθικτα θα μείνουν, αιώνια, ενέργεια που δεν χάνεται ποτέ. Και ό,τι και να προσπαθήσεις ελεύθερος θα λέγομαι και θα παραμένω.
Θα παραμείνω εδώ που είμαι λοιπόν, περιμένοντας τι θα αποφασίσεις. Και θέλοντας ή μη θα αποδείξω την δύναμη μου και θα δοξαστεί το πρόσωπό μου. Και όλοι θα λένε πόσο σπουδαίος και τέλειος είμαι – αθάνατος θα μείνω έτσι μέσα στην ιστορία!»

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

Η κηδεία

Εμπνευσμένο από μία ιστορία που μου έδωσε να διαβάσω ένας φίλος

Έβρεχε ασταμάτητα αλλά εκείνον δεν τον ένοιαζε. Στεκόταν ακίνητος με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά του, το κεφάλι σκυφτό, μα το βλέμμα του καρφωμένο στην ευθεία.

Φυσούσε τσουχτερός ο αέρας, αλλά εκείνον δεν τον ένοιαζε. Η λεπτή γκρίζα του καμπαρντίνα ανέμιζε σαν τρελή και το κρύο, συνάπτοντας συμμαχία με τα βρεγμένα του ρούχα του έκαιγε το σώμα.

Γευόταν την αρμύρα των δακρύων στο στόμα του, αλλά εκείνον δεν τον ένοιαζε. Τα μάτια του κόκκινα από την αγρυπνία έκαναν ό,τι λιγότερο μπορούσαν για να εκφράσουν αυτό που αισθανόταν.

Ο ιερέας τελείωνε την λειτουργία και σε λίγο συγγενείς και φίλοι θα χαιρετούσαν τον νεκρό στον τάφο του ακόμα μια φόρα, πριν το χώμα τον σκεπάσει και επιστρέψει από εκεί που είχε έρθει.

Έφτασε και η σειρά του. Οι συγγενείς και οι φίλοι είχαν πάει σε ένα καφενείο παραδίπλα να γευτούν τα απαραίτητα γλυκίσματα. Εκείνος όμως δεν έλεγε να κουνηθεί από την θέση του. Κοιτούσε το φέρετρο και αναπολούσε. Αναπολούσε το παρελθόν μαζί της.

Θυμήθηκε τις καλές στιγμές, θυμήθηκε τις άσχημες, αλλά γρήγορα τις έβγαλε από το μυαλό του. Θυμήθηκε τα καλά της χαρακτηριστικά, θυμήθηκε τα κακά της χαρακτηριστικά, αλλά ξαφνικά δεν φάνταζαν και τόσο άσχημα. Θυμήθηκε πως έλαμπε το πρόσωπό της, όποτε ήταν χαρούμενη, έκανε να θυμηθεί πως έμοιαζε το πρόσωπό της, όταν ήταν λυπημένη, αλλά δεν μπορούσε να σχηματίσει κάποια συγκεκριμένη εικόνα στο μυαλό του.

Τέλος, το νου του κατέκλυσαν τα λόγια εκείνα που τόσο ήθελε να πει μπροστά της, όσο ακόμα ήταν ζωντανή. Ήταν λόγια αγάπης, λόγια συγχώρεσης, λόγια που έμοιαζαν με ένα καταπράσινο λιβάδι, με χορτάρια μουσκεμένα από τη δροσιά ένα φθινοπωρινό απόγευμα.

Ένιωσε ένα τεράστιο κενό μέσα του, ένα βαρύ μαύρο να έχει εξαπλωθεί σε όλο του το στήθος. Με συρτά βήματα έκανε να φύγει από τον τάφο, όταν τα δάκρυα ήρθαν να μουσκέψουν τα μάτια του για άλλη μια φορά. Τώρα δεν έκλαιγε μόνο για εκείνη. Έκλαιγε και για τον ίδιο του τον εαυτό. Είχε την τέλεια κοπέλα κοντά του, τα τέλεια λόγια μέσα του και ο αχρείος, τα είχε αφήσει όλα να χαθούν.

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2008

Κλείνωντας τα 18 (σκέψεις και πάλι σκέψεις)

Δεν μπορώ να πω πως δεν πέρασα ωραία την ημέρα των γενεθλίων μου. Είχε σχεδόν όσα θα μπορούσε να ζητήσει κανείς από μία τέλεια μέρα. Εντάξει δεν είχε πολλά λεφτά, ούτε ρουφηχτά φιλιά γεμάτα πάθος, ούτε μακρινά ταξίδια σε εξωτικά νησιά, αλλά είχε ότι έπρεπε για να περάσει ένας άνθρωπος ευχάριστα την μέρα του. Το πρωί περιλάμβανε γυμναστήριο, χλιαρό μπάνιο και internet (εκεί όπου και μου ευχήθηκαν πολλά αγαπημένα μου άτομα και τα ευχαριστώ πολύ). Το μεσημέρι ακολούθησε με ωραίο φαγητό (χταπόδι με κοφτό μακαρόνι), final fantasy 12, μουσική, παράξενο ξύρισμα και δυο φίλους. Το απόγευμα σβήσιμο τούρτας παγωτό και φυσικά η καταβρόχθιση της, προτελευταίο επεισόδιο της 4ης season του House MD, ωραία, ατμοσφαιρική και καλοσκηνοθετιμένη ταινία (Sweeny Todd). Όταν μάλιστα ήρθαν και οι υπόλοιποι φίλοι μου έφεραν τρομερά δώρα, αν και πιστεύω πως η παρουσία τους και μόνο ήταν αρκετή. Το βράδυ με βρήκε με την παρέα μου να καταβροχθίζει ο καθένας μία οικογενειακή πίτσα, με συναπαντήματα με φίλους και γνωστούς στον πεζόδρομο και με ένα Jack Daniels σε ένα μαγαζί όπου και πήγαμε όσοι είχαμε μείνει κατά τις 12 ακόμη έξω.

Ναι, ήταν μία τρομερή μέρα. Μία πολύ ευχάριστη μέρα. Όμως δεν έλειψαν και οι συνειρμοί προς το τέλος εκείνης. Ήμουν πλέον 18. Μία ηλικία σταθμός, όπως πάντα ένιωθα, στην ζωή του ανθρώπου. Ήμουν (και είμαι) πλέον ένα βήμα πέρα από την διαχωριστική γραμμή δύο διαφορετικών κόσμων.

Τι έχω κάνει μέχρι στιγμής αναρωτήθηκα; Αν πέθαινα εδώ και τώρα τι θα άφηνα πίσω; 18 χρόνια ζωής. Το μόνο που έκανα ήταν να διαβάζω σαν σκυλί για το σχολείο για να βγάλω 18.208 μόρια στις πανελλαδικές, να βλέπω τηλεόραση και να παίζω βινετοπαιχνίδια, χωρίς να ξέρω τίποτε το σημαντικό για αυτά. Ακόμη και μουσική που πρόσφατα άρχισα να ακούω δεν ξέρω. Για ρούχα, για ποτά, για δραστηριότητες δεν ξέρω. Με τους ανθρώπους μόνο τα τελευταία 3 χρόνια άρχισα να θέλω να τα πηγαίνω καλά και να μιλάω σε όλους και πάλι έχω πολύ δρόμο μπροστά μου. Δεν επηρέασα την ζωή ενός άλλου ατόμου. Και από τρέλες ελάχιστες, έως καμία. Τι έχω καταφέρει μέχρι στιγμής στην ζωή μου;
Τι παραπάνω έχω κάνει εγώ από έναν χλιάρα που τον βλέπεις έξω και σκέφτεσαι πως είναι αποτυχημένος;

Έκατσα και σκέφτηκα τι διαφορετικό θα μπορούσα να είχα κάνει, αντί να ζήσω την ζωή μου όπως την έζησα. Τι θα ήμουν, με ποιους θα έκανα παρέα, τι θα σκεφτόμουν τώρα. Και είδα μία εναλλακτική πραγματικότητα, που, δεν σας το κρύβω, με τρόμαξε. Θα ήμουν σαν τους άλλους, δεν θα είχα τους φίλους που θα είχα τώρα. Θα ήμουν ο χλιάρας του δρόμου που θα με έβλεπε ένας άλλος σαν κι εμένα και με έλεγε αποτυχημένο. Αν ήμουν αυτός ο χλιάρας δεν θα καθόμουν καν να γράφω αυτά εδώ τα πράγματα.

Και τότε συνειδητοποίησα πόσο τυχερός είμαι που έζησα όλα αυτά που έζησα μέχρι τώρα. Και τα καλά, και τα άσχημα και τα αμφιλεγόμενα. Έφερε στο μυαλό μου όλα τα μικρά ταλέντα που μπορεί να έχω, όλους εκείνους με τους οποίους συναναστράφηκα και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επηρέασαν την ζωή μου. Μου αρέσω, μου αρέσουν οι γνώσεις μου, μου αρέσει η ζωή μου μέχρι τώρα. Κι αν ξαναζούσα από την αρχή, το πιο πιθανό είναι να έκανα τα ίδια. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου έξυπνο ή προικισμένο, αλλά μου αρέσει αυτό που είμαι και η κατάσταση στην οποία έχω φτάσει. Η ζωή μου φέρθηκε αρκετά καλά, ο Θεός άπλωσε το χέρι του πλουσιοπάροχα κι εγώ από αχαριστία δεν αναγνώριζα όλα τα καλά γύρω μου.
Ναι, τελικά είναι αυτές οι στιγμές που σε κάνουν να καταλάβεις πως ο ουρανός είναι όντως μπλε, η θάλασσα ήρεμη το βράδυ, ο ήλιος λαμπρός και φωτεινός και τα αστέρια απλά κι όμως μαγευτικά, καθώς σε κάνουν να τα κοιτάς για ώρες ατέλειωτες.
Ναι, είμαι 18 χρονών. Και κατάφερα να γράψω αυτό εδώ το κείμενο. Και είμαι περήφανος γι’αυτό.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

Cow love song (ένα τραγούδι για πονεμένες καρδιές και ερωτεύσιμες αγελάδες)

Her eyes are like big mirrors
Her hair like rainbow’s end
Her favorite island’s Siros
And Superman’s Clark Kent

And who am I to praise your beauty
My friend’s a brown kangaroo
My pirate aunt collects some booty
Oh sing me again that song called “Moooooo”

You’re the best cow I have ever met (baby)
You’re the dream of my dream’s dream
Make feel like I’m in heaven (Katy)
And let me squeeze your tits for milk

Now you’re lying on your death bed
You’re mooing prayers to cow-god
I’ll be again a lonely shepherd
Did you at least leave me some gold?

And your will was to give me nothing
As you said I betrayed your heart
But believe when I say it Katy
That goat got me really drunk

You’re the best cow I have ever met (baby)
Now you’re just some juicy steak
I will always remember you (Katy)
excuse me now, I must hit the gym

Oh yeah, oh yeah….

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2008

Ο σκύλος

Επειδή χτες ήταν η παγκόσμια ημέρα ποίησης είπα να δημοσιεύσω ένα ποίημα.

" Ήρθε σπίτι μου ένας σκύλος

βρομιάρης, ψειριάρης, με ψώρα,

γεμάτος ψύλλους και σπασμένα μέλη,

άτριχος και με βγαλμένο μάτι.

Έβγαλα ένα περίστροφο και σκότωσα τον μαλάκα τον σκύλο."



Επειδή μερικά ποιήματα δεν βγάζουν νόημα.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

Για τους gentlemen

Στην πρώτη ανάρτηση του blog είχα πει πως θα συμπεριλάμβανε και αστεία posts. Αλλα μέχρι τώρα είχα αφιερωθεί μόνο σε ιστορίες, γενικές γνώσεις και σοβαρά κείμενα.

Ωρίστε λοιπόν για αλλαγή η παρακάτω λίστα:

- Ένας gentleman δεν υπακούει ποτέ σε κανόνες. Αυτός είναι και ο πρώτος κανόνας στο βιβλίο κανόνων των gentlemen. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί δεν υπήρχε δεύτερος.

- Ένας gentleman είναι πάντα άντρας, ενώ δεν ισχύει και το αντίστροφο.

- Ένας gentleman φοράει συνήθως κοστούμι, έχει κοντά τα μαλλιά του με μια ελάχιστη φαβορίτα.

- Η ματιά του gentleman είναι ματιά ανθρώπου εκλεπτυσμένου, σκληρού μα και ευαίσθητου.

- Εξαιτίας του παραπάνω δεν πάει να πει πως όλοι οι gentlemen είναι έξυπνοι.

- Ένας gentleman διαβάζει πάντα εφημερίδα, ενώ ταυτόχρονα κάθεται με στιλ, έχοντας το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Αυτό δεν δηλώνει γυναικείο χαρακτηριστικό πάνω του, αλλά σιγουριά για τον ανδρισμό του.

- Ένας gentleman είναι πάντα πρόθυμος να βοηθήσει όλα τα όντα γυναικείου φίλου. Στα όντα ανδρικού φύλου φέρεται σαν συμπαραστάτης ή σαν είρων. Αυτή η μοναδική του ιδιότητα τον κάνει καλό φίλο, τρομερό εχθρό και ακαταμάχητο εραστή.

- Ένας πραγματικός gentleman δεν τρώει ποτέ γλυκά, αλλά δεν λέει ποτέ όχι σε ένα λαχταριστό προφυτερόλ.

- Ένας πραγματικός gentleman κουβαλάει λεφτά και στις δυο τσέπες του παντελονιού του. Όχι τόσο γα να νιώσει ασφάλεια, όσο επειδή έχει την καλή διάθεση να βοηθήσει δύο κλέφτες αντί για έναν.

- Ένας gentleman ποτέ δεν δέχεται κέρασμα ή βοήθεια από κάποιον λόγω ευγένειας, αλλά για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να πει και όχι. Όταν καταφέρει να λύσει αυτό το πρόβλημα τότε μπορεί επάξια να αποκαλείται gentleman.

- Ένας gentleman δεν φοβάται τίποτα, εκτός από το να του λερωθεί το καθαρό του κοστούμι.

- Ένας gentleman δεν τρώει ποτέ όλο του το φαγητό. (by Manos/Sindar)

- Ένας gentleman κάνει μπάνιο με το κοστούμι του.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

Για τους πεθαμένους

«Και ξεκίνησες από ένα ζυγωτό αγαπητέ άνθρωπε, ένα τιποτένιο γονιμοποιημένο ωάριο, από ένα τιποτένιο σπερματοζωάριο. Σοβαρά τώρα, είναι τόσο τιποτένια που το καθένα φέρει τα μισά χρωμοσώματα από ένα σωματικό σου κύτταρο. Και συνέχισες να υπάρχεις επειδή δεν ήσουν ομόζυγος σε θνησιγόνα γονίδια και δεν έγινε κάτι απρόοπτο καθόλη την διάρκεια της κύησης. Και άρχισες να διαιρείσαι ξανά και ξανά και να διαμορφώνεσαι και να βγάζεις πόδια, χέρια, μάτια και στόμα και να κλοτσάς και να τρέφεσαι από την ίδια σου την μάνα.

Και σαν γεννήθηκες το πρώτο πράγμα που ίσως να έκανες ήταν να κλάψεις, να παραπονεθείς που βγήκες στον κόσμο. Ή δεν έβγαλες άχνα. Και πάλι όμως ένιωθες άβολα που σε έβγαλαν στο φως, που έγινες ένας από εμάς. Δεν σε κατηγορώ, όμως.

Το κλάμα σου αποδείχτηκε δίκαιη διαμαρτυρία.

Και μεγάλωσες και σου έκαναν γενέθλια, γιατί προηγουμένως σου έδωσαν το όνομα του παππού σου ή επειδή πήγες να τους πεθάνεις το όνομα κάποιου Αγίου που σε έταξαν. Σου έφεραν δώρα και έφαγες ένα τεράστιο κομμάτι τούρτα!

Και μετά πέρασε ο καιρός και πήγες σχολείο, όπου γνώρισες άλλους ανθρώπους και έμαθες γράμματα. Και αφού τα χρόνια κύλησαν πήγες και σπούδασες και έγινες λαμπρός επιστήμον στον τομέα σου. Δεν άργησες δε να βρεις και μια γυναίκα να παντρευτείς και να ενώσετε κι εσείς κάμποσους τιποτένιους παρακμιακούς γαμέτες.

Και δούλεψες και βοήθησες και δολοπλόκησες. Και χάρηκες και λυπήθηκες και αγάπησες και μίσησες και γαλήνεψες και νευρίασες. Τα έκανες όλα, σου συνέβησαν όλα, από τα πιο καλά μέχρι και τα πιο κακά.

Και έφτασες να είσαι μεγάλος σε ηλικία, να βασανίζεσαι από χίλιες δυο αρρώστιες και από τα αναπτυγμένα μίγματα των τιποτένιων γαμετών των δικό αναπτυγμένων μιγμάτων τιποτένιων γαμετών. Και ένα ωραίο πρωινό ή μια ζεστή νύχτα έφυγες από την ζωή σπίτι σου ή σε ένα νοσοκομείο. Και τα διαιρεμένα ζυγωτά που άφησες πίσω σου σε έκλαψαν πολύ.

Και δεν σου βρήκαν κανένα ψεγάδι, κανένα κακό, κανένα παράπτωμα. Κι εσύ χαίρεσαι επιτέλους και χαμογελάς αληθινά. Γιατί άφησες αυτόν τον παλιόκοσμο και γύρισες από εκεί που’ρθες.»

«Δεν συμφωνώ! Εγώ πιστεύω πως δεν ήσουν τιποτένιος. Με τίποτα!

Γεννήθηκες εσύ, μόνο εσύ, αγαπητέ! Θα μπορούσες να ήσουν κάποιος άλλος, ένας διαφορετικός άνθρωπος. Αλλά προέκυψες εσύ. Ξέρεις μαθηματικά; Ξέρεις πόσα μηδενικά υπήρχαν πίσω από την υποδιαστολή της πιθανότητας να βγεις εσύ; Σοβαρά σου μιλάω, περισσότερες πιθανότητες έχω να πέσω από έναν πύργο και να μην χτυπήσω παρά να γεννηθείς εσύ. Κι όμως γεννήθηκες! Εσύ!

Και μεγάλωσες και πήγες σχολείο και γνώρισες φίλους, ανθρώπους που νοιάζονται για σένα και μετά από αυτό σπούδασες και άρχισες να δουλεύεις. Και όχι μόνο προσέφερες στην κοινωνία έργο, αλλά και γνώρισες και μια κοπέλα και την παντρεύτηκες και κάνατε παιδιά! Μοναδικά παιδιά. Κι αυτά με την σειρά τους έκαναν άλλα παιδιά. Τα εγγόνια σου!

Και δούλεψες και βοήθησες και δολοπλόκησες. Και χάρηκες και λυπήθηκες και αγάπησες και μίσησες και γαλήνεψες και νευρίασες. Τα έκανες όλα, σου συνέβησαν όλα, από τα πιο καλά μέχρι και τα πιο κακά. Και γέμισες χίλιες δυο εμπειρίες στη ζωή σου!

Και γέρος καθώς ήσουν, ή νέος σε κρεβάτι νεκρικό ευχαρίστησες εκείνους που σου συμπαραστάθηκαν, που σε αγάπησαν, που σου χάρισαν όλα όσα έζησες. Και αφού κατάλαβες πως η κύκλος σου τελείωσε, έδωσες την θέση σου στους απογόνους σου. Και φυσικά οι αγαπημένοι σου σε έκλαψαν πολύ.

Και δεν σου βρήκαν κανένα ψεγάδι, κανένα κακό, κανένα παράπτωμα. Κι εσύ χαίρεσαι επιτέλους και χαμογελάς αληθινά. Γιατί άφησες αυτόν τον παλιόκοσμο και γύρισες από εκεί που’ρθες.»

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Το Δικαστήριο

Η αίθουσα του δικαστηρίου είχε γεμίσει εδώ και ώρα. Μεγαλύτερη κοσμοσυρροή δεν είχε ξαναγίνει. Άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθε κοινωνικής τάξης είχαν μαζευτεί, άνθρωποι κάθε φυλής, κάθε εθνικότητας, χρώματος, θρησκείας, επαγγέλματος. Άνθρωποι καλοί, κακοί, άνθρωποι με λευκά ποινικά μητρώα, κίτρινα χαρτιά, θανατοποινίτες. Είχε μαζευτεί κάθε είδος ανθρώπου που θα μπορούσε να χωρέσει ένας τιποτένιος μπλε πλανήτης.

Ο κατηγορούμενος καθόταν μπροστά, μπροστά. Δικηγόρος δεν υπήρχε δίπλα του. Ο οποιοσδήποτε αρνούνταν να τον υποστηρίξει.

Μετά από λίγη ήρθε ο Δικαστής, μέγας και τρανός, με ύφος πομπώδες και βήμα στητό. Δεν χαιρέτησε κανέναν δίπλα του, δεν κοίταξε να δει το πλήθος του ακροατηρίου. Απλά ήρθε, κάθισε στην καρέκλα του και μίλησε στο μικρόφωνο.

«Κατηγορούμενε ελάτε στο βήμα», τον πρόσταξε και εκείνος με αργά βήματα προχώρησε και στάθηκε μπροστά στο χρόνια κλειστό βιβλίο της Καινής Διαθήκης.

«Βάλτε το χέρι σας πάνω του και ορκιστείτε»

Ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του πάνω στην Καινή Διαθήκη και ορκίστηκε. Να πει την αλήθεια. Και μόνο εκείνη.

Ο Δικαστής κοίταξε κάτι χαρτιά μπροστά του και έπειτα τον κατηγορούμενο.

«Κατηγορήστε για φόνο και κλοπή. Για ψευδομαρτυρία και απειλή. Για διακίνηση ναρκωτικών»

«Και για μοιχεία!», πετάχτηκε ένας από το ακροατήριο, «η γυναίκα του μόνο ξέρει τι τραβάει!»

«Είναι και αλαζόνας!», ακούστηκε μία άλλη φωνή

«Και μισεί τους συνανθρώπους του!»

«Και χλευάζει!»

«Και δεν έχει μέτρο!»

«Και τρώει σαν γουρούνι!»

«Είναι αλήθεια αυτά κατηγορούμενε;», ρώτησε ο Δικαστής.

Εκείνος έγνεψε καταφατικά και χαμήλωσε το κεφάλι.

«Τότε μάρτυρες δεν χρειάζονται, γιατί μάρτυρες είναι οι πράξεις σας οι ίδιες! Καταδικάζεστε σε φυλάκιση ισόβια, σε απομόνωση, σε κελί που παρέα θα σας κάνει μόνο η ένοχή σας συνείδηση!»

Εκείνος έκανε να διαμαρτυρηθεί.

«Δεν χωράνε διαμαρτυρίες κύριε. Τι θες;! Δεύτερη ευκαιρία; Και πόσες δεύτερες ευκαιρίες δεν καταχράστηκες αγαπητέ; Πόσες φορές σε πιάσαμε και σε αφήσαμε ελεύθερο, σου διαγράψαμε από το ποινικό μητρώο τις πράξεις σου μόνο και μόνο για να το ξαναγεμίσεις, πιο μεγάλο αυτή τη φορά;»

»Τι λες τώρα; Δεν το ήξερες; Μόνο ένας τυφλός, κουφός και ανόητος μαζί δεν θα το ήξερε. Κι εσύ δεν είσαι τίποτα από αυτά. Αλήθεια σου λέω είχα όλη την καλή διάθεση να σε βοηθήσω. Μόνο που εσύ εκμεταλλεύτηκες την καλή μου την διάθεση, με κορόιδεψες μπροστά στα μάτια μου και τώρα ζητάς και τα ρέστα από πάνω!»

Ο κατηγορούμενος πήγε να πει κάτι.

«Έληξε η συνεδρίαση»

Ο άνθρωπος πήγε να ξεφύγει από τα χέρια των φρουρών που τον οδηγούσαν στην φυλακή.

«Έληξε η συνεδρίαση»

Τώρα τον οδηγούσαν έξω από το Δικαστήριο, στις σκοτεινές φυλακές. Και το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν η φράση

«Έληξε η συνεδρίαση»

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2008

Γιατί και πως είναι καλό να είσαι ο εαυτός σου

Από μικρός, όπως όλα τα παιδιά, ήθελα να μεγαλώσω γρήγορα, να κάνω το επάγγελμα των ονείρων μου, να είμαι σταθερός στα πόδια μου, στη ζωή μου, σοφός και ανεξάρτητος. Αν υπήρχε κάποια μεγάλη αλήθεια και κοσμοθεωρία που να ενστερνιζόμουν εκείνη την εποχή ήταν ότι οι μεγάλοι αναμφισβήτητα ήταν τυχεροί.

Όταν όμως πέρασα στην φάση της εφηβείας πάγωσα. Κοίταξα τον κόσμο γύρω μου, τους συνομήλικους μου, μερικά παιδιά κάποια χρόνια μεγαλύτερα και τρόμαξα. Όλα ήταν διαφορετικά από την παιδική μου ηλικία, όλα φαίνονταν πως θα πάρουν έναν διαφορετικό δρόμο απ’ότι αρχικά ονειρευόμουν. Τα πάντα είχαν αλλάξει. Οι ασχολίες, οι απόψεις, τα παιχνίδια, η διασκέδαση. Τα πάντα! Ξαφνικά το κρυφτό ήταν για παιδιά, τα βιντεοπαιχνίδια κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπεσαι αν έπαιζες-εκτός κι αν είναι counter ή pro- και τα κορίτσια δεν ήταν πια χαζά.

Επειδή όμως είμαι παλιομοδήτης και όχι και τόσο νεωτεριστής από την φύση μου, δεν δέχτηκα αυτές τις αλλαγές. Και σαν συνέπεια έπλασα έναν δικό μου κόσμο, ένα κλειστό κέλυφος, που οι άλλοι ήταν απλώς χαζοί, νόμιζαν πως ήταν μεγάλοι, δεν ήταν, συμπεριφέρονταν όμως και είχαν ξεχάσει όλες τις απολαύσεις του να είσαι παιδί. Και φυσικά εγώ ήμουν ο σωστός, ο καλύτερος και εξακολουθούσα να συμπεριφέρομαι όπως άρμοζε στην παιδική μου φύση. Με λίγα λόγια έφτιαξα μια δικαιολογία πολύ πειστική με αποτέλεσμα να αργήσω να μεγαλώσω. Τώρα, αυτή την στιγμή που γράφονται αυτά τα λόγια, πιστεύω είμαι ο τελευταίος στην παρέα μου που άρχισε να ωριμάζει, αλλά ακόμα δεν έφτασε στο στάδιο να δεχτεί όλες τις κοινά αποδεχτές «ώριμες» ασχολίες των συνομηλίκων του.

Βλέπετε όμως με τον καιρό αποφάσισα να ανοιχτώ λίγο, να κερδίσω πράγματα που είχα στερηθεί λόγω της ιδιοτροπίας μου και να δεχτώ στοιχεία των υπολοίπων στην ζωή μου. Να έχω τέλος πάντων βρε αδερφέ μία υγιής κοινωνικοποίηση. Ζώντας λοιπόν σαν έφηβος ανακάλυψα πως όντως δεν ήταν οι άλλοι χαζοί, αλλά εγώ φοβόμουν να μεγαλώσω και να φερθώ ίσως πιο ώριμα και καθώς πρέπει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως αποδέχτηκα την κάθε συμπεριφορά ενός εφήβου.

Βλέπετε ανακάλυψα κάτι πολύ σημαντικό. Μπορώ ταυτόχρονα να είμαι ένας φυσιολογικός έφηβος κάνοντας όμως ότι μου φέρνει ευχαρίστηση για το οποίο δεν ντρέπομαι. Έτσι λοιπόν συνεχίζω να παίζω βιντεοπαιχνίδια, να διαβάζω βιβλία, να εξακολουθώ να πιστεύω πως οι καφετέριες είναι χάσιμο χρόνου (χωρίς αν τις αφορίζω όμως), να διαβάζω για το σχολείο και να μην είμαι ούτε μάγκας, ούτε άγριος, ούτε κάποιο από τα προβαλλόμενα πρότυπα. Και όλα αυτά συντελούν στο να είμαι ο εαυτός μου. Και επειδή είμαι ο εαυτός μου, κάτι το μοναδικό και ανεπανάληπτο, μπορώ να πετύχω πράγματα όπως να κάνω τους άλλους να γελάσουν ή να τους ευχαριστήσω με διάφορους τρόπους, να με θεωρούν καλό φίλο και άνθρωπο. Δεν ξέρω αν είμαι κάτι από αυτά, αλλά ξέρω πως αυτά τα πέτυχα δρώντας χωρίς να με νοιάζει να καλουπωθώ σε κάποια φόρμα συμπεριφοράς, αλλά δημιουργώντας την δικιά μου, ένα μίγμα από φόρμες.

Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο πιο ενδιαφέρον άνθρωπος, ο πιο cool άνθρωπος είναι εκείνος που είναι ο εαυτός του. Ο καθένας το αισθάνεται αυτό. Ακόμα και στα βιβλία και στις ταινίες οι αγαπημένοι μας ήρωες δεν είναι οι καθημερινοί τύποι, αλλά αυτοί που έχουν δικά τους χαρακτηριστικά και παραξενιές (όχι, δεν προτρέπω κανέναν να γίνει παράξενος). Αλήθεια σας λέω, πως το να είσαι ο εαυτός σου φέρνει μεγαλύτερη ευτυχία και σε σένα και στους γύρω σου και σε κάνει πιο δελεαστικό σαν άτομο. Φυσικά δεν μιλάω για ανθρώπους που το έχουν χάσει και ο πραγματικός εαυτός τους είναι κάποιος που θέλει το κακό των άλλων.

Να το πάω κι ένα βήμα πιο πέρα; Όταν θέλετε να πλησιάσετε ένα κορίτσι ή αγόρι(ίσως κάποια μέρα διαβάζουν και κορίτσια αυτό το blog) με σκοπό ερωτικό νομίζετε πως δεν αλλάζετε τον εαυτό σας; Δεν γίνεστε πιο ευγενικοί, καλοί και ευαίσθητοι; Αλλά έτσι δεν κοροϊδεύετε το άτομο που θέλετε να πλησιάσετε; Διότι περί κοροϊδίας πρόκειται. Να γιατί χωρίζουν και ζευγάρια ανθρώπων που παντρεύτηκαν νωρίς. Και να γιατί το να είσαι ο εαυτός σου προσφέρει πιο πολλά. Ναι, αλλά αν ο «εαυτός» μου δεν είναι αυτός που προσελκύει άτομα που με ενδιαφέρουν; Άλλαξε τον. Υιοθέτησε καινούργιες συμπεριφορές που να αποτελούν όμως κομμάτι της ζωή σου ολόκληρης και όχι εαυτό πέντε λεπτών. Με λίγα λόγια γίνε αυθεντικός, αλλά απλά καλύτερος και ανανεωμένος.

Το να είσαι ο αυτός σου είναι πολύ σημαντικό, πολύ σπάνιο, αλλά και παρεξηγημένο. Όταν λέμε ο εαυτός σου δεν σημαίνει πως θα πρέπει κανείς να αποδεχτεί τις όποιες ατέλειες του που επιδέχονται επιδιόρθωση, αλλά όπως τόνισα και πιο πάνω να μπορεί να γίνει καλύτερος. Αλλά αυτή η αλλαγή του να είναι μόνιμη και όχι παραπλανητική, για να πετύχει τον σκοπό του και μετά να γίνει ο παλιός του όχι και τόσο καλός εαυτός. Έτσι γινόμαστε και πιο αγαπητοί στους άλλους και χαίρονται να κάνουν παρέα μαζί μας. Μάλλον γι’αυτό ο Dale Carnegie έλεγε και ξαναέλεγε «Σας προτείνω ένα νέο τρόπο ζωής».