Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

«Σας παρακαλώ, ένα μπουκάλι γάλα θέλω να πάρω»

Θα ήταν γύρω στις 11 και 10 το πρωί, όταν την είδα να στέκεται όρθια, πάνω στον γκρίζο πεζόδρομο της Ασκληπιού, λίγα μέτρα πιο μακριά έξω από το Δημαρχείο. Αν και είχα μάθημα σε μερικά λεπτά και βιαζόμουν να φτάσω στον προορισμό μου, βάζοντας έναν αγώνα δρόμου με τον ίδιο τον χρόνο, συνέβη εκείνο το παράδοξο φαινόμενο που τόσο εκθειάζουν στις ταινίες και στα λογοτεχνικά βιβλία. που λαμβάνει χώρα, όταν κάποιος ερωτεύεται. Ο χρόνος σταμάτησε.
Δεν ήταν όμως η θέα κοριτσιού που έκανε τους χτύπους της καρδιάς μου να αυξηθούν εκείνο το άτομο που σταμάτησε το χρόνο. Ήταν η θέα μιας ηλικιωμένης κυρίας, φασκιωμένης στα μαύρα, ακουμπώντας άτσαλα σε ένα μαύρο μπαστούνι να κοιτάει με τα μικρά, ζαρωμένα της μάτια τους ανθρώπους που περνούσαν από κοντά της έχοντας απλωμένο δειλά το αριστερό της χέρι να λέει με μία τρεμάμενη και σπαρακτική φωνή: «Σας παρακαλώ, ένα μπουκάλι γάλα θέλω να πάρω».
Εκείνη η γυναίκα, που η παρουσία της είχε κάνει τον ίδιο το χρόνο να σταματήσει, στεκόταν στο μεγάλο πεζόδρομο των Τρικάλων, αόρατο νησί σε θάλασσα αδιάφορων ανθρώπων, μόνη, μαύρη και αδύναμη, διαπράττοντας την πιο ταπεινωτική πράξη για την αξιοπρέπεια της, ζητιάνευε.
Οι πρώτες μου σκέψεις ήταν εκείνες που είχα παλιότερα κάθε φορά που έβλεπα έναν ζητιάνο, κωφάλαλο ή γενικά άνθρωπο που ζητούσε ελεημοσύνη. Την λυπήθηκα, όπως λυπόμουν αυτούς τους ανθρώπους, όταν ήμουν μικρό παιδί και τραβούσα το μανίκι της μητέρας μου θέλοντας να την πείσω να τους δώσει χρήματα. Εκείνη την στιγμή η γυναίκα αυτή στο μυαλό μου πήρε την μορφή πολλών άλλων προσώπων που βρίσκονται στην ίδια μοίρα. Αν οι άνθρωποι που ζητάνε χρήματα από ανάγκη είχαν ομάδα, τότε, εκείνη για μένα ήταν η αρχηγός τους.
Τι κακουχίες να την είχαν βρει άραγε; Πως τα έφερε έτσι η ζωή, ώστε να φτάσει εκείνη η γριά κυρία, που παλιότερα θα ήταν μια δεσποινίδα γεμάτη χάρη και ζωντάνια να παρακαλάει για ένα μπουκάλι γάλα; Μήπως δεν της φτάνει η σύνταξη, η ακρίβεια την χτύπησε, δεν έχει άλλους συγγενείς, δεν έχει σπίτι;
Τι να αισθάνεται, όταν γυρίζει στον τόπο κατοικία της μετά από μία μέρα τέτοιας ταπείνωσης; Αναπολεί άραγε την παλιά της ζωή, τις όποιες ανέσεις απολάμβανε; Βλέπει το μέλλον γεμάτη απαισιοδοξία και ένα βαρύ, μαύρο στρώμα απελπισίας και θλίψης την τυλίγει; Μήπως βλέπει πως έχοντας γεράσει τώρα πια δεν έχει στο να ελπίζει για ένα καλύτερο μέλλον, πως η ελπίδα την χάιδεψε κάποτε, μα τώρα έχει περάσει;
Παρασυρμένος, όμως, από την καθημερινότητα, γρήγορα την ξέχασα. Όπως γρήγορα ξεχνάμε όλους όσους έχουν ανάγκη γύρω μας. Ίσως πάλι να είμαστε βιολογικά προγραμματισμένοι έτσι για να επικεντρωθούμε στην δική μας επιβίωση. Επειδή ακριβώς όμως επικεντρωνόμαστε στην δική μας επιβίωση, αργότερα, ίσως αν κάποιος από εμάς βρεθεί σε παρόμοια κατάσταση δεν θα λάβει βοήθεια από πουθενά. Όποια, όμως, κι αν ήταν η αιτία το αποτέλεσμα ήταν ότι την ξέχασα.
Δύο εβδομάδες πέρασαν, όταν, περνώντας από το ίδιο μέρος, την ίδια ώρα, προχωρώντας γρήγορα για μην αργήσω πολύ να πάω στο μάθημα είδα εκείνη την κυρία ξανά. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από την προηγούμενη φορά. Φασκιωμένη στα μαύρα, ακουμπώντας άτσαλα σε εκείνο το μαύρο μπαστούνι, ζητούσε βοήθεια. Λέγοντας ακριβώς τα ίδια λόγια: «Σας παρακαλώ, ένα μπουκάλι γάλα θέλω να πάρω».
Και τότε ένα δεύτερο κύμα σκέψεων κατέκλεισε το μυαλό μου, εκείνο που είχε σκοτώσει τις αθώες παιδικές μου σκέψεις, τις είχε θάψει βαθιά στην άβυσσο του υποσυνείδητού μου και με χαρακτήριζε στα χρόνια που ήρθαν. Η εικόνα εκείνης της γυναίκας, που για δεύτερη φορά έλεγε τα ίδια λόγια, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ήταν εκείνη των ανθρώπων που μπαίνουν στα λεωφορεία της Θεσσαλονίκης, λίγο πριν αναχωρήσουν για τα Τρίκαλα και λένε κάθε φορά τις ίδιες ατάκες και ιστορίες για να κερδίσουν χρήματα. Εκείνη η γυναίκα δεν είχε ανάγκη. Εκείνη η γυναίκα ήταν απατεώνισσα.
Απατεώνισσα όπως τόσοι πολλοί άλλοι, που προσπαθούν να κερδίσουν χρήματα χωρίς να ιδρώσουν. Τεμπέληδες, άξεστοι, άπληστοι. Άνθρωποι που το πρωί έχουν ανάγκη και το βράδυ ξοδεύουν τα χρήματά τους στο ποτό, στα ναρκωτικά, στα χαρτιά. Και οι απλοί πολίτες, σαν κορόιδα εξαπατούνται από τους φτηνούς θεατρινισμούς τους και τους δίνουν χρήματα.
Και πάλι όμως δεν μπορούσα να είμαι σίγουρος. Γιατί έχουμε γεμίσει τόσους απατεώνες που δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε εκείνους που πραγματικά έχουν ανάγκη από τους δόλιους. Και τι κάνουμε; Υποθέτουμε πως όλοι είναι τέτοιοι. Σώζει και την τσέπη και να μας κάνει να αισθανόμαστε καλά και δικαιωμένοι από πάνω. Αλλά πόσους που πραγματικά ήθελαν βοήθεια δεν έχουμε βοηθήσει με αυτόν τον τρόπο;
Τα παραπάνω τα συζήτησα με έναν φίλο ένα βράδυ και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι προφανώς δεν ξέρουμε που πρέπει να δώσουμε και που όχι. Και τι θα ήταν καλό να κάνουμε; Να δίνουμε σε όλους ή να μην δώσουμε σε κανέναν; Τι είναι σημαντικότερο; Να νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας ότι βοηθάμε ή να βοηθάμε στα αλήθεια;
Μήπως η απάντηση είναι προφανής, αλλά εμείς έχουμε αλλοτριωθεί τόσο πολύ; Μήπως το συμφέρον μας δεν είναι πάντα το επιθυμητό; Μήπως, εννοώ, βοηθάμε περισσότερο αν η κατάσταση αποφέρει κόστος σε μας και κέρδος στους άλλους; Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω την απάντηση. Όμως, είμαι σίγουρος πως βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο σφίξιμο της καρδιάς, συνοδευόμενο από αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς και στο αίσθημα της ανακούφισης, συνοδευόμενο, στην αρχή τουλάχιστον, από εκείνο της απώλειας. Τι εννοώ; Απλά φανταστείτε πως βλέπετε εκείνη την κυρία. Στην πρώτη περίπτωση δεν της δίνετε λεφτά, ενώ στην δεύτερη της δίνετε.

1 σχόλιο:

Marianna είπε...

Σ'ευχαριστώ γι' αυτό το ποστ...

έθεσες με τόσο ωραίο τρόπο σκέψεις που κατακλύζουν και το δικό μου μυαλό. Εκεί που καταλήγω εγώ είναι το εξής...

ζούμε σε έναν κόσμο και ένα τέτοιο σύστημα όπου καλλιεργείται τόσο πολύ ο ατομικισμός και το "ωχ αδερφέ μου" που έχουμε χάσει λίγο την μπάλα. Η γιαγιά αυτή και η κάθε γιαγιά έχει χαθεί μέσα στη στίβα που λέγεται 'καπιταλισμός'. Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς?

Να μη σταματήσουμε να αγωνιζόμαστε και να μην πούμε ποτέ στη ζωή μας τη φράση 'τίποτα δε γίνεται'. Χαμένος αγώνας είναι ο αγώνας που δε γίνεται και στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται...για τη ζωή όλων μας που την καταληστεύουν (και ξέρουμε ποιοί είναι αυτοί). Το σύστημα αυτό βοηθά τους πλούσιους να γίνουν πλουσιότεροι οπότε...είναι να δούμε τι μας συμφέρει.

Καλή χρονιά. υγεία και ευτυχία!