Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

Για τους πεθαμένους

«Και ξεκίνησες από ένα ζυγωτό αγαπητέ άνθρωπε, ένα τιποτένιο γονιμοποιημένο ωάριο, από ένα τιποτένιο σπερματοζωάριο. Σοβαρά τώρα, είναι τόσο τιποτένια που το καθένα φέρει τα μισά χρωμοσώματα από ένα σωματικό σου κύτταρο. Και συνέχισες να υπάρχεις επειδή δεν ήσουν ομόζυγος σε θνησιγόνα γονίδια και δεν έγινε κάτι απρόοπτο καθόλη την διάρκεια της κύησης. Και άρχισες να διαιρείσαι ξανά και ξανά και να διαμορφώνεσαι και να βγάζεις πόδια, χέρια, μάτια και στόμα και να κλοτσάς και να τρέφεσαι από την ίδια σου την μάνα.

Και σαν γεννήθηκες το πρώτο πράγμα που ίσως να έκανες ήταν να κλάψεις, να παραπονεθείς που βγήκες στον κόσμο. Ή δεν έβγαλες άχνα. Και πάλι όμως ένιωθες άβολα που σε έβγαλαν στο φως, που έγινες ένας από εμάς. Δεν σε κατηγορώ, όμως.

Το κλάμα σου αποδείχτηκε δίκαιη διαμαρτυρία.

Και μεγάλωσες και σου έκαναν γενέθλια, γιατί προηγουμένως σου έδωσαν το όνομα του παππού σου ή επειδή πήγες να τους πεθάνεις το όνομα κάποιου Αγίου που σε έταξαν. Σου έφεραν δώρα και έφαγες ένα τεράστιο κομμάτι τούρτα!

Και μετά πέρασε ο καιρός και πήγες σχολείο, όπου γνώρισες άλλους ανθρώπους και έμαθες γράμματα. Και αφού τα χρόνια κύλησαν πήγες και σπούδασες και έγινες λαμπρός επιστήμον στον τομέα σου. Δεν άργησες δε να βρεις και μια γυναίκα να παντρευτείς και να ενώσετε κι εσείς κάμποσους τιποτένιους παρακμιακούς γαμέτες.

Και δούλεψες και βοήθησες και δολοπλόκησες. Και χάρηκες και λυπήθηκες και αγάπησες και μίσησες και γαλήνεψες και νευρίασες. Τα έκανες όλα, σου συνέβησαν όλα, από τα πιο καλά μέχρι και τα πιο κακά.

Και έφτασες να είσαι μεγάλος σε ηλικία, να βασανίζεσαι από χίλιες δυο αρρώστιες και από τα αναπτυγμένα μίγματα των τιποτένιων γαμετών των δικό αναπτυγμένων μιγμάτων τιποτένιων γαμετών. Και ένα ωραίο πρωινό ή μια ζεστή νύχτα έφυγες από την ζωή σπίτι σου ή σε ένα νοσοκομείο. Και τα διαιρεμένα ζυγωτά που άφησες πίσω σου σε έκλαψαν πολύ.

Και δεν σου βρήκαν κανένα ψεγάδι, κανένα κακό, κανένα παράπτωμα. Κι εσύ χαίρεσαι επιτέλους και χαμογελάς αληθινά. Γιατί άφησες αυτόν τον παλιόκοσμο και γύρισες από εκεί που’ρθες.»

«Δεν συμφωνώ! Εγώ πιστεύω πως δεν ήσουν τιποτένιος. Με τίποτα!

Γεννήθηκες εσύ, μόνο εσύ, αγαπητέ! Θα μπορούσες να ήσουν κάποιος άλλος, ένας διαφορετικός άνθρωπος. Αλλά προέκυψες εσύ. Ξέρεις μαθηματικά; Ξέρεις πόσα μηδενικά υπήρχαν πίσω από την υποδιαστολή της πιθανότητας να βγεις εσύ; Σοβαρά σου μιλάω, περισσότερες πιθανότητες έχω να πέσω από έναν πύργο και να μην χτυπήσω παρά να γεννηθείς εσύ. Κι όμως γεννήθηκες! Εσύ!

Και μεγάλωσες και πήγες σχολείο και γνώρισες φίλους, ανθρώπους που νοιάζονται για σένα και μετά από αυτό σπούδασες και άρχισες να δουλεύεις. Και όχι μόνο προσέφερες στην κοινωνία έργο, αλλά και γνώρισες και μια κοπέλα και την παντρεύτηκες και κάνατε παιδιά! Μοναδικά παιδιά. Κι αυτά με την σειρά τους έκαναν άλλα παιδιά. Τα εγγόνια σου!

Και δούλεψες και βοήθησες και δολοπλόκησες. Και χάρηκες και λυπήθηκες και αγάπησες και μίσησες και γαλήνεψες και νευρίασες. Τα έκανες όλα, σου συνέβησαν όλα, από τα πιο καλά μέχρι και τα πιο κακά. Και γέμισες χίλιες δυο εμπειρίες στη ζωή σου!

Και γέρος καθώς ήσουν, ή νέος σε κρεβάτι νεκρικό ευχαρίστησες εκείνους που σου συμπαραστάθηκαν, που σε αγάπησαν, που σου χάρισαν όλα όσα έζησες. Και αφού κατάλαβες πως η κύκλος σου τελείωσε, έδωσες την θέση σου στους απογόνους σου. Και φυσικά οι αγαπημένοι σου σε έκλαψαν πολύ.

Και δεν σου βρήκαν κανένα ψεγάδι, κανένα κακό, κανένα παράπτωμα. Κι εσύ χαίρεσαι επιτέλους και χαμογελάς αληθινά. Γιατί άφησες αυτόν τον παλιόκοσμο και γύρισες από εκεί που’ρθες.»

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Το Δικαστήριο

Η αίθουσα του δικαστηρίου είχε γεμίσει εδώ και ώρα. Μεγαλύτερη κοσμοσυρροή δεν είχε ξαναγίνει. Άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθε κοινωνικής τάξης είχαν μαζευτεί, άνθρωποι κάθε φυλής, κάθε εθνικότητας, χρώματος, θρησκείας, επαγγέλματος. Άνθρωποι καλοί, κακοί, άνθρωποι με λευκά ποινικά μητρώα, κίτρινα χαρτιά, θανατοποινίτες. Είχε μαζευτεί κάθε είδος ανθρώπου που θα μπορούσε να χωρέσει ένας τιποτένιος μπλε πλανήτης.

Ο κατηγορούμενος καθόταν μπροστά, μπροστά. Δικηγόρος δεν υπήρχε δίπλα του. Ο οποιοσδήποτε αρνούνταν να τον υποστηρίξει.

Μετά από λίγη ήρθε ο Δικαστής, μέγας και τρανός, με ύφος πομπώδες και βήμα στητό. Δεν χαιρέτησε κανέναν δίπλα του, δεν κοίταξε να δει το πλήθος του ακροατηρίου. Απλά ήρθε, κάθισε στην καρέκλα του και μίλησε στο μικρόφωνο.

«Κατηγορούμενε ελάτε στο βήμα», τον πρόσταξε και εκείνος με αργά βήματα προχώρησε και στάθηκε μπροστά στο χρόνια κλειστό βιβλίο της Καινής Διαθήκης.

«Βάλτε το χέρι σας πάνω του και ορκιστείτε»

Ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του πάνω στην Καινή Διαθήκη και ορκίστηκε. Να πει την αλήθεια. Και μόνο εκείνη.

Ο Δικαστής κοίταξε κάτι χαρτιά μπροστά του και έπειτα τον κατηγορούμενο.

«Κατηγορήστε για φόνο και κλοπή. Για ψευδομαρτυρία και απειλή. Για διακίνηση ναρκωτικών»

«Και για μοιχεία!», πετάχτηκε ένας από το ακροατήριο, «η γυναίκα του μόνο ξέρει τι τραβάει!»

«Είναι και αλαζόνας!», ακούστηκε μία άλλη φωνή

«Και μισεί τους συνανθρώπους του!»

«Και χλευάζει!»

«Και δεν έχει μέτρο!»

«Και τρώει σαν γουρούνι!»

«Είναι αλήθεια αυτά κατηγορούμενε;», ρώτησε ο Δικαστής.

Εκείνος έγνεψε καταφατικά και χαμήλωσε το κεφάλι.

«Τότε μάρτυρες δεν χρειάζονται, γιατί μάρτυρες είναι οι πράξεις σας οι ίδιες! Καταδικάζεστε σε φυλάκιση ισόβια, σε απομόνωση, σε κελί που παρέα θα σας κάνει μόνο η ένοχή σας συνείδηση!»

Εκείνος έκανε να διαμαρτυρηθεί.

«Δεν χωράνε διαμαρτυρίες κύριε. Τι θες;! Δεύτερη ευκαιρία; Και πόσες δεύτερες ευκαιρίες δεν καταχράστηκες αγαπητέ; Πόσες φορές σε πιάσαμε και σε αφήσαμε ελεύθερο, σου διαγράψαμε από το ποινικό μητρώο τις πράξεις σου μόνο και μόνο για να το ξαναγεμίσεις, πιο μεγάλο αυτή τη φορά;»

»Τι λες τώρα; Δεν το ήξερες; Μόνο ένας τυφλός, κουφός και ανόητος μαζί δεν θα το ήξερε. Κι εσύ δεν είσαι τίποτα από αυτά. Αλήθεια σου λέω είχα όλη την καλή διάθεση να σε βοηθήσω. Μόνο που εσύ εκμεταλλεύτηκες την καλή μου την διάθεση, με κορόιδεψες μπροστά στα μάτια μου και τώρα ζητάς και τα ρέστα από πάνω!»

Ο κατηγορούμενος πήγε να πει κάτι.

«Έληξε η συνεδρίαση»

Ο άνθρωπος πήγε να ξεφύγει από τα χέρια των φρουρών που τον οδηγούσαν στην φυλακή.

«Έληξε η συνεδρίαση»

Τώρα τον οδηγούσαν έξω από το Δικαστήριο, στις σκοτεινές φυλακές. Και το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν η φράση

«Έληξε η συνεδρίαση»