Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Το Δικαστήριο

Η αίθουσα του δικαστηρίου είχε γεμίσει εδώ και ώρα. Μεγαλύτερη κοσμοσυρροή δεν είχε ξαναγίνει. Άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθε κοινωνικής τάξης είχαν μαζευτεί, άνθρωποι κάθε φυλής, κάθε εθνικότητας, χρώματος, θρησκείας, επαγγέλματος. Άνθρωποι καλοί, κακοί, άνθρωποι με λευκά ποινικά μητρώα, κίτρινα χαρτιά, θανατοποινίτες. Είχε μαζευτεί κάθε είδος ανθρώπου που θα μπορούσε να χωρέσει ένας τιποτένιος μπλε πλανήτης.

Ο κατηγορούμενος καθόταν μπροστά, μπροστά. Δικηγόρος δεν υπήρχε δίπλα του. Ο οποιοσδήποτε αρνούνταν να τον υποστηρίξει.

Μετά από λίγη ήρθε ο Δικαστής, μέγας και τρανός, με ύφος πομπώδες και βήμα στητό. Δεν χαιρέτησε κανέναν δίπλα του, δεν κοίταξε να δει το πλήθος του ακροατηρίου. Απλά ήρθε, κάθισε στην καρέκλα του και μίλησε στο μικρόφωνο.

«Κατηγορούμενε ελάτε στο βήμα», τον πρόσταξε και εκείνος με αργά βήματα προχώρησε και στάθηκε μπροστά στο χρόνια κλειστό βιβλίο της Καινής Διαθήκης.

«Βάλτε το χέρι σας πάνω του και ορκιστείτε»

Ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του πάνω στην Καινή Διαθήκη και ορκίστηκε. Να πει την αλήθεια. Και μόνο εκείνη.

Ο Δικαστής κοίταξε κάτι χαρτιά μπροστά του και έπειτα τον κατηγορούμενο.

«Κατηγορήστε για φόνο και κλοπή. Για ψευδομαρτυρία και απειλή. Για διακίνηση ναρκωτικών»

«Και για μοιχεία!», πετάχτηκε ένας από το ακροατήριο, «η γυναίκα του μόνο ξέρει τι τραβάει!»

«Είναι και αλαζόνας!», ακούστηκε μία άλλη φωνή

«Και μισεί τους συνανθρώπους του!»

«Και χλευάζει!»

«Και δεν έχει μέτρο!»

«Και τρώει σαν γουρούνι!»

«Είναι αλήθεια αυτά κατηγορούμενε;», ρώτησε ο Δικαστής.

Εκείνος έγνεψε καταφατικά και χαμήλωσε το κεφάλι.

«Τότε μάρτυρες δεν χρειάζονται, γιατί μάρτυρες είναι οι πράξεις σας οι ίδιες! Καταδικάζεστε σε φυλάκιση ισόβια, σε απομόνωση, σε κελί που παρέα θα σας κάνει μόνο η ένοχή σας συνείδηση!»

Εκείνος έκανε να διαμαρτυρηθεί.

«Δεν χωράνε διαμαρτυρίες κύριε. Τι θες;! Δεύτερη ευκαιρία; Και πόσες δεύτερες ευκαιρίες δεν καταχράστηκες αγαπητέ; Πόσες φορές σε πιάσαμε και σε αφήσαμε ελεύθερο, σου διαγράψαμε από το ποινικό μητρώο τις πράξεις σου μόνο και μόνο για να το ξαναγεμίσεις, πιο μεγάλο αυτή τη φορά;»

»Τι λες τώρα; Δεν το ήξερες; Μόνο ένας τυφλός, κουφός και ανόητος μαζί δεν θα το ήξερε. Κι εσύ δεν είσαι τίποτα από αυτά. Αλήθεια σου λέω είχα όλη την καλή διάθεση να σε βοηθήσω. Μόνο που εσύ εκμεταλλεύτηκες την καλή μου την διάθεση, με κορόιδεψες μπροστά στα μάτια μου και τώρα ζητάς και τα ρέστα από πάνω!»

Ο κατηγορούμενος πήγε να πει κάτι.

«Έληξε η συνεδρίαση»

Ο άνθρωπος πήγε να ξεφύγει από τα χέρια των φρουρών που τον οδηγούσαν στην φυλακή.

«Έληξε η συνεδρίαση»

Τώρα τον οδηγούσαν έξω από το Δικαστήριο, στις σκοτεινές φυλακές. Και το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν η φράση

«Έληξε η συνεδρίαση»

Δεν υπάρχουν σχόλια: