Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2007

Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Το κρύο τρυπούσε τα κόκαλά του, έτσι όπως τσουχτερό καθώς ήταν, γλιστρούσε από τις σκοτεινές γωνίες της πόλης, έπεφτε σαν αλεξιπτωτιστής από της χιονισμένες γκρίζες ταράτσες και σαν ριπή πολυβόλου αγκιστρωνόταν μέσα, βαθιά στο σώμα, γραπώνοντας το τόσο σφιχτά που, νόμιζε πως και την ίδια του την ψυχή είχε πιάσει και δεν την άφηνε να φύγει. Και όσο πιο μουδιασμένοι ήταν οι μύες , τόσο πιο δυνατός ήταν ο πόνος, ένα φριχτό βασανιστήριο. Και δίπλα του, μπροστά του και γύρω του, χόρευαν σαν τρελές οι νιφάδες που έπεφταν από τον τιμωρό ουρανό λες και έπαιρναν μέρος σε ένα καρναβάλι των καταδικασμένων, σε ένα γαϊτανάκι του παραλόγου που στο μέσο του τραπεζιού της μαύρης αυτής γιορτής κάθονταν ως εκλεκτοί καλεσμένοι ο θάνατος και πόνος.

Σερνόμενος τώρα πια, χωρίς την παραμικρή στάλα δύναμης μέσα του, μόνος ανάμεσα στον κόσμο και τις σκοτούρες του, κατευθύνθηκε σε μία φάτνη, από εκείνες της μεγάλες, πλαστικές ή ξύλινες, που στολίζουν τις πόλεις, πάντα τέτοια περίοδο, όχι για να δοξάσουν την θαυματουργή γέννηση του θείου βρέφους, αλλά επειδή τους το επιβάλουν η μόδα, και οι μαστροποί της, οι πολυεθνικές εταιρίες. Ήλπιζε να βρει ζεστασιά σε αυτή τη φάτνη, κάποια φωτιά, ένας μέρος να ανακουφιστεί έστω και για δευτερόλεπτα, προτού τον διώξουν οι αρχές σαν παράσιτο, από το πρώτο σπίτι του Κυρίου του.

Δεν βρήκε όμως ίχνος ζεστασιάς που να ζεσταίνει το φθαρτό και γεμάτο πληγές σώμα του. Δεν βρήκε φωτιά, δεν βρήκε γωνιά να ξαποστάσει, δεν βρήκε άχυρο αληθινό να κουκουλωθεί με αυτό. Δεν βρήκε όμως και αρχές για να τον διώξουν. Και κινούμενος ανάμεσα στα όρια της απελπισίας και της αναγκαιότητας ξάπλωσε στο κρύο έδαφος της φάτνης, ίσως το τελευταίο πράγμα που θα έκανε ποτέ του πλέον.

Το βλέμμα του έγινε απλανές και σκοτεινό και χάθηκε στα βάθη της θάλασσας των αναμνήσεων του. Ποτέ του δεν γεννήθηκε πλούσιος, ποτέ του δεν έζησε με αφθονία και δεν έφαγε με κανονικά μαχαιροπίρουνα. Τα μπάνια του τα έκανε το καλοκαίρι που είχε ζέστη, συνήθως σε κάποιο βρόμικο ποτάμι ή λίμνη, τα μαλλιά του τα κούρευε μόνος του με ένα χάλκινο, πράσινο από τον καιρό, ψαλίδι. Την μάνα του την έθαψε έντεκα χρονών σε ένα χωράφι έξω από την πόλη, πατέρα δεν γνώρισε ποτέ. Και όλα αυτά τα χρόνια μόνος γνώρισε μόνο την ταπείνωση και την απογοήτευση.

Αλλά παρόλο που η αγάπη και ο έρωτας ήταν για εκείνον λέξεις στην βιτρίνα των καταστημάτων, τυπωμένες πάνω σε κολόνιες και καλλυντικά, παρόλο που το μόνο χάδι που ένιωσε από κάποιον ξένο ήταν μία δυνατή σφαλιάρα όταν είχε ζητήσει ελεημοσύνη και ο μόνος καλός λόγος που άκουσε ποτέ ήταν βρισιές και αναθεματισμοί δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να μισήσει τους άλλους, να τους πληγώσει ή να ευχηθεί τα χειρότερα γι’αυτούς. Ίσως γιατί πίστευε στην καλοσύνη τους, ίσως γιατί είχε συμφιλιωθεί με την ιδέα πως οι άνθρωποι ήταν κακοί και δε ήθελε να γίνει ένας από αυτούς.

Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο για να δοκιμάσει του πιστούς, του έλεγε και του ξαναέλεγε η μητέρα του, τον καιρό που ζούσε και τον τύλιγε ανάμεσα στα ζεστά της ρούχα για να μπορέσει να δει την επόμενη μέρα. Και δεν ήξερε πλέον πως έπρεπε να αισθανθεί όταν σκεφτόταν την ζωή που του χάρισε ο Θεός. Ευγνωμοσύνη που δοκιμάστηκε και επάξια έφτασε ως το τέλος ή ένα πελώριο κενό που δεν γνώρισε τίποτε άλλο από την δυστυχία;

Έχοντας στο μυαλό του αυτά ένιωσε εξουθενωμένος και ανήμπορος να κουνηθεί. Κοίταξε για μία τελευταία φορά τα πρόσωπα της φάτνης και μετά τον ουρανό. Κι εκεί, μέσα στο κρύο, το τσουχτερό κρύο της φύσης, το σκοτεινό κρύο της καρδιάς των ανθρώπων, πεινασμένος και κουρασμένος, τσακισμένος και βασανισμένος, έβγαλε την τελευταία του πνοή σιωπηλός, ακίνητος, αόρατος.

Και ποιος ξέρει τι απέγινε εκείνη η ψυχή που βγήκε από το σώμα του. Ίσως η καλοσύνη του να αναγνωρίστηκε και να πήγε στον Παράδεισο, να βρήκε την αγάπη και την δικαίωση που τόσο ονειρευόταν. Ίσως πάλι να ήταν ένας παλιάνθρωπος και οι πράξεις του να τον οδήγησαν στα δεινά της Κόλασης. Και ίσως πάλι τα πάντα να είναι φθαρτά και επίγεια και ένας άνθρωπος έζησε και πέθανε μάταια και βασανισμένα, έρμαιο της κακίας μας και της κακίας της τύχης.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2007

Ο κύριος D διαβάζει βιβλία

Ο κύριος D ήταν ευχάριστος άνθρωπος, φιλικός με όλους και ποτέ δεν είχε μείνει χωρίς φίλους. Είχε ταξιδέψει πολύ στη ζωή του, πάντα βρισκόταν μόνος σε μία ξένη χώρια, αλλά μέσα σε λίγες μέρες πάντα γνώριζε ανθρώπους για να κάνει παρέα, να πει μια κουβέντα, να πιει ένα ποτήρι αλκοόλ. Εδώ και μερικά χρόνια έμενε σε μία μικρή πόλη και δεν ήταν περίεργο που κάθε πρωί όλοι τον χαιρετούσαν στον δρόμο. Όλοι τον γνώριζαν τον κύριο D.

Μία μέρα όμως ο κύριος D βαρέθηκε τις πολλές συναναστροφές και αποφάσισε να διαβάσει βιβλία. Πήγε μια και δυο στο βιβλιοπωλείο, αγόρασε όλους του μεγάλους συγγραφείς και κλείστηκε για αρκετές μέρες στο σπίτι του μελετώντας.

Όταν μετά από καιρό αποφάσισε πως διάβασε αρκετά και πως πολλά είχε αποκομίσει από τα σοφά λόγια των βιβλίων βγήκε από το σπίτι του με την επιθυμία να ξαναμιλήσει με τους ανθρώπους, τους γνωστούς του γείτονες και συμπολίτες.

Όμως εκείνη την ημέρα κανένας δεν τον χαιρέτησε, κανένας δεν φώναξε από μακριά το όνομά του και δεν του έσφιξε θερμά το χέρι. Και όλους όσους ρωτούσε γιατί δεν του μιλούσαν και δεν τον χαιρετούσαν, εκείνοι πολύ απλά και ειλικρινά απαντούσαν πως δεν ήξεραν ποιος είναι. Κι όταν αυτός επέμενε πως ήταν ο κύριος D εκείνοι απαντούσαν «Αν όντως είσαι ο D, τότε πολύ έχεις αλλάξει φίλε μου».

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2007

Doppelganger

Η λέξη Doppelganger στα γερμανικά (με a umlaut) σημαίνει μίμος, κάποιος που μιμείται τις πράξεις κάποιου, τους τρόπους συμπεριφοράς του. Στην έννοια αυτή έρχεται ο κόσμος του φανταστικού (ή του παραφυσικού) να εισάγει την εικόνα του πλάσματος εκείνου που παίρνει την ακριβή μορφή σου, και για να πω την αλήθεια την δεύτερη εκείνη έννοια είχα στο μυαλό μου, όταν προσπαθούσα να βρω ένα πιασάρικο όνομα πριν κάνω εγγραφή στο forum του computer games magazine.

Επειδή όμως μία λέξη είναι η συμπυκνωμένη έννοια μιας μεγαλύτερης ιδέας, η ταυτότητα ενός πράγματος ή όρου, σκέφτηκα να αλλάξω λίγο την σημασία της λέξης που κοσμεί και τον τίτλο του κειμένου και να προσθέσω κάτι προσωπικό σε αυτήν. Μία ιδέα, ένα προσωπικό χαρακτηριστικό, όχι μόνο δικό μου, αλλά πιστεύω όλων των ανθρώπων. Η έννοια αυτή είναι «εαυτός-προσωπικότητα».

Στο βιβλίο «Μαθήματα αυτοπεποίθησης» του W. Anderson λέει σε ένα κεφάλαιο συνοπτικά τα εξής: Το παιδί μαθαίνει να εμπιστεύεται, ο έφηβος προσπαθεί να ανακαλύψει τον εαυτό του και ο ενήλικας (που εγώ αλλάζω πάλι την έννοια του ενήλικα και κολλάω αυτή του ώριμου από δίπλα) κοιτάει πέρα από τον εαυτό του, τους άλλους. Χρησιμοποιεί μάλιστα ένα ωραία παράδειγμα. Αν έχουμε έναν βρόμικο καθρέπτη μπροστά μας, σαν παιδιά θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό το αντικείμενο και που χρησιμεύει, σαν έφηβοι θα αρχίζουμε να το τρίβουμε για να το γυαλίσουμε για να δούμε τον αντανάκλαση του εαυτού μας, και σαν ενήλικες θα τον τρίψουμε τόσο πολύ ώστε θα τον χαλάσουμε, θα τον κάνουμε να ξεθωριάσει και να δούμε πέρα από αυτόν, μέσα από ένα διάφανο τζάμι πλέον.

Στο ίδιο κεφάλαιο σου μαθαίνει πώς να ανακαλύψεις τον εαυτό σου. Λέει πως η εικόνα του εαυτού μας, αυτό που είμαστε αποτελείται από τρία πράγματα (συνοπτικά γραμμένα πάλι).

«- Τι είμαστε, δηλαδή ποιοι είμαστε, όταν βρισκόμαστε μόνοι μας, ο εσώτερος εαυτός μας. Είναι το όλο σύνθετο πλέγμα των ικανοτήτων μας, κληρονομικών και επίκτητων, των επιλογών μας, των αισθημάτων μας, των ονείρων μας, των επιθυμιών μας. Η ουσία μας.

- Τι έχουμε. Τα αγαθά μας, ό,τι μας ανήκει.

- Το τι φαινόμαστε να είμαστε. Δηλαδή η γνώμη των άλλων για εμάς. Βέβαια το πώς μας βλέπουν οι άλλοι είναι ζήτημα λεπτό και ανάλογο με την συμπεριφορά μας απέναντί τους»

Αξιοπρόσεχτο είναι και μία φράση που έχει το βιβλίο της Έκφρασης Έκθεσης της δευτέρας λυκείου στο κεφάλαιο που πραγματεύεται την έννοια της αυτοκριτικής και ως απόρροια της αυτογνωσίας. Λέει λοιπόν πως «Ο άνθρωπος έχει τρεις εαυτούς, αυτόν που δείχνει, αυτόν που πράγματι έχει και αυτόν που νομίζει ότι έχει» Για τον εαυτό που νομίζει ότι έχει και αυτόν που πράγματι έχει χρειάζεται η αυτογνωσία και μπορείτε να την αποκτήσετε αν σκεφτείτε τα παραπάνω που είπε ο κύριος Anderson.

Αλλά δεν σας ενθουσίασε κι εσάς το γεγονός πως οι άνθρωποι άλλο μπορεί να είναι στην πραγματικότητα, κι άλλο μπορεί να φαίνονται πως είναι; Προσωπικά το βρίσκω τρομερά ενδιαφέρον, όχι μόνο το γεγονός αυτό καθαυτό, αλλά και ότι το είδα να αναφέρεται σε δύο βιβλία. Στο best seller του κυρίου Anderson και στο επίσημο κρατικό βιβλίο της Έκθεσης!

Κι έτσι φτάνω στο συμπέρασμά μου (ναι, ήταν επαγωγικός ο συλλογισμός). Ο κάθε άνθρωπος έχει δύο εαυτούς από την στιγμή που έχει αποκτήσει αυτογνωσία. Αυτόν που είναι και αυτόν που φαίνεται πως είναι. Όλοι μας δηλαδή έχουμε μία εικόνα του εαυτού μας που περνάμε στους άλλους, τις περισσότερες φορές άσχετη με αυτήν που στολίζει τον εσωτερικό μας κόσμο. Όπως ο Χριστός όταν κατέβηκε στην Γη ήταν Θεός και άνθρωπος, όπως το φως είναι κύμα και σωματίδιο, έτσι κι ο καθένας μας έχει διττή φύση. Είμαστε εμείς και ο doppelganger μας.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Αξίζουν όλοι οι άνθρωποι;

Κάνω που λέτε μία γενναία προσπάθεια να γίνω πιο κοινωνικός. Έχουν επέλθει βέβαια τεράστιες αλλαγές από πιο παλιά χρόνια στον χαρακτήρα μου και έχω γνωρίσει πάρα πολλά άτομα, αλλά επειδή τελευταία ξανακίλησα στον βούρκο του κόσμου μου, είπα να ξεφύγω και να ξαπροσπαθήσω να βρω τον κοινωνικό εαυτό μου.

Θυμήθηκα ξανά τον παλιό μου δάσκαλο στις δημόσιες σχέσεις. Τον έναν από τους πολλούς μάλιστα. Τον κύριο Carnegie. Θυμήθηκα τους κανόνες του. Έπειτα θυμήθηκα κι έναν άλλο αγαπημένο μου δάσκαλο. Την εμπειρία. Θυμήθηκα δηλαδή τα αποτελέσματα που είχα όταν εφήρμωσα ότι έλεγε ο Dale Carnegie στο βιβλίο του. Με αυτά λοιπόν ξεκίνησα το ταξίδι να "ψαρέψω" ανθώπους.

Όμως τότε μου καρφώθηκε στο μυαλό η σκέψη. Αξίζουν όλοι οι άνθρωποι; Μπορεί κανείς να βρει πολλούς λόγους που να είναι καλό να έχεις πολλούς φίλους, αλλά... αξίζουν όλοι; Ενώ ήμουν έτοιμος να μπω μέσα στον κόσμο και να κερδίσω κι άλλους φίλους και γνωστούς κάθησα και παρατήρησα. Και είδα ένα σωρό ανθρώπους που μου προκαλούσαν αποστροφή.
Παιδιά που δεν είχαν στόχους και κάτι άξιο λόγου να πιστεύουν στην ζωή τους, ρηχούς ανθρώπους, χαζοκόριτσα που το μόνο που ασχολούνται είναι τα αγόρια και οι νέες τάσεις της μόδας, ανθρώπους που άλλοι είναι και άλλοι το παίζουν πως είναι...

Άξιζε λοιπόν όλος αυτός ο ενθουσιασμός να πάω να γνωρίσω καινούργιους ανθρώπους; Και μιας και οι περισσότεροι της ηλικίας μου ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες μήπως θα έπρεπε να κάτσω πάλι στα αυγά μου;

Δηλαδή...αν το παώ λίγο πιο πέρα...τι κάνει τους ανθρώπους σημαντικούς και άξιους λόγου; Γιατί να αξίζει κάποιος; Κι αν αξίζουν κάποιοι, είναι μόνο αυτοί όι κάποιοι και όχι όλοι ή όλοι κρύβουν κάτι αξιόλογο μέσα τους;

Εσείς τι πιστεύετε;

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007

Καλη σχολικη χρονια

Ειχαμε κανονισει απο χτες το βραδυ να περιμενουμε κατω απο την πολυκατοικια του Παναγιωτη στις εννεα παρα τεταρτο. Εννεα παρα δεκα βρισκομασταν ολοι κατω. Με τα πολλα και με κανα δυο αστεια για την παλια νηπιαγωγο μας που το σπιτι της ηταν εκει κοντα κι εκεινη πρωινη-πρωινη ποτιζε τα λουλουδια του κηπου της ξεκινησαμε για το σχολειο. Σημερα Τριτη 11 του μηνος, ειχαμε τον αγιασμο.

Καθως φταναμε στο σχολειο ακουμε την φωνη του διευθηντη να βγαινει απο τα ηχεια και να προμηνυει σε ολους οτι μαζευτηκαν τα τμηματα στις ουρες τους κι εμεις ειχαμε αργησει. Για αλλη μια φορα, οπως και καθε φορα δεν ειμασταν εκει για την προσευχη. Και φετος δεν αξιοθηκαμε να ειμασταν εκει ουτε την πρωτη μερα.

Μπαινουμε στο μπουλουκι των μαθητων της τριτης λυκειου, αυτη τη φορα η τελευταια απο τις σειρες. Ουτε η πρωτη, ουτε η δευτερη. Η τριτη, η τελευταια, το ονειρο τοσων χρονων. Αρχιζει ο αγιασμος με τρεις ιερεις (καποιος θα ηταν ανοτερος γιατι φορουσε διαφορετικο πετραχιλι) και με τους καθηγητες να στεκονται προσοχη και να ακουνε τα λογια των ευσευων αντιπροσωπων της εκκλησιας. Δεν εχει σημασια αν ηταν μαθηματικοι, φυσικοι ή γυμναστες... τα λογια τα προσεχαν ολοι τους.

Κατα την διαρκεια της τελετης ερχεται και ο δημαρχος της πολης. Εγω απορρησα γιατι ηρθε μιας και εκλεχτηκε ειδη για δευτερη φορα. Φαινεται θα ειναι φιλος με κανα καθηγητη. Οταν λοιπον τελειωσε ο αγιασμος και πηραμε την ευλογια των ιερεων και του Θεου εγιναν οι καθιερωμενες ομιλιες. Ο δημαρχος και οι υποψηφιοι βουλευτες. Επισης μας μιλησε κι ενας αλλος κυριος που παιζει να ειναι και ο καινουργιος διευθηντης, αλλα δεν ξερω στα σιγουρα.
Μετα απο αυτα μας διαβαζουν και την επιστολη της κυριας Γιαννακου και εκει που ειμασταν ετιμοι να φυγουμε ακουμε το συγκλονηστικο..."Και τωρα περιμενετε να παρετε τα βιβλια σας"

Τα βιβλια μας?! Δεν φεραμε σακουλες, ουτε τσαντες, ουτε τιποτα!!! Αργκ. Αφου περιναμε λιγη ωρα πηγαμε και ενας ενας με αλφαβιτικη σειρα πηγαμε και τα πειραμε. Ηταν 8 και μικρα ευτυχως. Βλεπετε ειχαν ελλειψεις.

Κι ετσι λοιπον, με βιβλια στο χερι, ξεκινησα με την παρεα για το σπιτι. Οταν εφτασα τα αφησα πανω στον μπουφε και αφου καθισα στο γραφειο επεστρεψα στην πραγματικοτητα. Ας δουμε τι εχουμε σημερα για το φροντηστηριο.

Επισημως αρχισαμε.

Καλη σχολικη χρονια σε ολους, καλη επτυχια σε οσους δινουν πανελλαδικες και σε οσους μπαινουν σε σχολες και πανεπιστημια, καλες σπουδες!

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2007

Αναμνήσεις από ένα αγαπημένο παιχνίδι

Έβαλα προχτές το βράδυ να ακούσω και άκουγα ως τις τρεις το χαράματα το cd Fithos Lusec Wecos Vinosec που περιλαμβανει 13 υπεροχα ενορχηστρωμενα κομματια απο το πολυαγαπημενο μου και πρωτο τιτλο της σειρας Final Fantasy που επαιξα, Final Fantasy VIII.

Δεν ξερω πως να περιγραψω τι ενιωσα εκεινη την στιγμη. Ειχα πραγματι χαθει στην μαγεια της μουσικης. Η πανδεσια των μουσικων οργανων, το ουρανιο τοξο γεματο νοτες και ρυθμους που εβγαινε απο τα ηχεια του υπολογιστη φυλακιζαν την ψυχη μου και την πηγαιναν καπου μακρια, εξω απο το σωμα μου, εξω απο τον συνηθισμενο χωρο και χρονο.

Και δεν ξερω τι προκαλεσε τετοιο φορτο συναισθηματων. Οχι δεν ημουν μαστουρωμενος, ποτε δεν ημουν, αλλα τι να ηταν εκεινο που εκανε την διαφορα αυτη τη φορα; Ισως να μου αρεσαν τοσο πολυ οι μουσικες και οι νοτες και... μα για μια στιγμη. Παντα συνδιαζω την μουσικη με εικονα στο μυαλο μου. Τι ηταν αραγε αυτο που με σκοτωσε και με ανεστησε δεν ξερω κι εγω ποσες φορες;

Ναι, επιτελους καταλαβα. Οι εικονες που στριφογυρνουσαν στο μυαλο μου ηταν εικονες απο το παιχνιδι, το Final Fantasy 8, ενα παιχνιδι που επαιξα παρα πολλες φορες και μια φορα μονο το τερματησα. Τι αναμνησεις... τι ωραιαοι διαλογοι, τι ωραια ιστορια, τι ωραιο ξετυλιγμα της προσωπικοτητας των χαρακτηρων! Ολα αυτα, ηχος και εικονα, αναμνησεις και συνασθηματα, αυτα με εκαναν να νιωσω ετσι.

Αποκορυφωμα το κομματι The Oath, που ο πρωταγονιστης, Squall, δινει ορκο στην αγαπημενη του Rinoa, πως θα γινει ο ιπποτης και θα την προστατευει για παντα, ό,τι και να γινει στο μελλον.

Αυτα ειναι...., που λενε.

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2007

Μας μισούν οι γονείς μας;

Έτσι αποφάσισα να ονομάσω το παρακάτω κείμενο.

Ακούω συνέχεια τους νέους να λένε πως οι γονείς τους δεν τους καταλαβαίνουν, πως ζούνε έξω από τη δική τους πραγματικότητα. Πως τους περιορίζουν, πως δεν τους νοιάζει τι θέλουν τα παιδιά τους, πως του φέρονται αυταρχικά γιατί τους μισούν. Τα ίδια έλεγα και ίσως λέω κι εγώ. Όντας έφηβος, νευρικός και οξύθυμος δεν χάνω την ευκαιρία να κατηγορήσω τους άλλους για τα προβλήματά μου.

Το ότι οι γονείς ζουν σε μία εντελώς άλλη πραγματικότητα από τα παιδιά τους δεν μπορούσε από το να μην είναι αλήθεια. Διαφορετική γενιά η μία, διαφορετική γενιά η άλλη. Το χάσμα των γενεών που λέμε υπήρχε πάντα και πάντα πιστεύω θα υπάρχει. Μάλιστα μου μπαίνουν υποψίες πως αν το εξαλείψουμε η κοινωνία μας θα μείνει στάσιμη.

Το δεύτερο σχόλιο όμως είναι ότι χειρότερο θα μπορούσε να νομίζει ένας έφηβος ή ένα παιδί γενικά για τους γονείς του. Ότι οι γονείς μισούν τα παιδιά τους και ότι δεν τα αφήνουν να πράξουν ελεύθερα. Δεν λέω μπορεί να υπάρχουν και πολύ σπάνια τέτοιες ακραίες περιπτώσεις, αλλά είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.

Και ποιος είναι ο κανόνας; Την απάντηση την ξέρετε. Οι γονείς αγαπάνε τα παιδιά με όλη τους την καρδιά. Και τι δεν κάνουν για μας! Μας αγοράζουν τα απαραίτητα για να ζήσουμε, κι αν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση χίλια δυο παραπάνω. Παιχνίδια, περιοδικά, ρούχα, λαχταριστές σοκολάτες, ζεστές κουβέρτες, ηλεκτρονικά είδη, βιβλία. Πληρώνουν τα μαλλιοκέφαλα τους κάθε χρόνο για τα φροντιστήρια και για τα εξωσχολικά βιβλία και βοηθήματα, πολλές φορές στερώντας από τον εαυτό τους άλλες ανέσεις. Και πόσες φορές τα βράδια έρχονται να μας καληνυχτίσουν, να μας παρηγορήσουν αν είχαμε κάποια αποτυχία και μας συμβουλέψουν! Η αγάπη τους μάλιστα για μας ξεπερνάει κάθε άλλη που και σε περίπτωση διαζυγίου για μας μαλώνουν και πάνε στα δικαστήρια.

«Ναι, αλλά γιατί μας μαλώνουν; Γιατί μας περιορίζουν;» Την απάντηση για αρκετό καιρό δεν την ήξερα. Όποτε με φώναζε και μου έκανε παρατήρηση η μητέρα μου, ή πιο σπάνια όταν μου έδινε ένα χέρι ξύλο, κλαίγοντας ένιωθα το μίσος να φουντώνει μέσα μου και μετά από λίγο να χαλαρώνει βέβαια. Γιατί να συμβαίνει αυτό; Όταν μετά μεγάλωσα και δεν έκανα τις αταξίες που έκανα και γενικά σταμάτησα τις κόντρες μαζί της θυμόμουν τις παλιές εκείνες στιγμές που με μάλωνε και δεν μπορούσα να βρω πάλι απάντηση.

Άρχιζα να διαβάζω βιβλία και σε ένα από αυτά ανακάλυψα κάτι που με βοήθησε να καταλάβω τον λόγο. Με βοήθησε να βρω την απάντηση γιατί οι γονείς μας καμιά φορά είναι τέρατα καταπίεσης και αυστηρότητας. Ήταν κάτι πολύ απλό μας πολύ χρήσιμο. Έλεγε το βιβλίο πως αν θέλουμε να κατανοήσουμε τον άλλον και τον τρόπο σκέψης του ένας τρόπος είναι να φανταστούμε τον εαυτό μας στην θέση του. Θυμήθηκα και τόσες αστυνομικές σειρές που έχω δει και λέω, τι στο καλό ας το δοκιμάσω.

Κλείνω τα μάτια και ξαφνικά είμαι ο πατέρας του γιού μου. Είμαστε στο σπίτι μας, στο χωριό και καθόμαστε στην βεράντα. Η γυναίκα μου είναι μέσα, θολή η εικόνα της, σκοτεινή η φιγούρα της στην φαντασία μου.

«Μπαμπά θέλω να πάω απέναντι στην πλατεία», τον ακούω να μου λέει. Εγώ κάθομαι σκεφτικός. Για να πάει απέναντι πρέπει να περάσει έναν επικίνδυνο δρόμο με βράχια στα άκρα. Και περνάνε και τα αυτοκίνητα και αχ, είναι τόσο μικρός, μπορεί να πέσει. Εγώ φυσικά δεν έπεσα, όπως και τόσοι άλλοι στην ηλικία του.

«Πήγαινε», του λέω. Εκείνος εξαφανίζεται από κοντά μου, κι εγώ κάθομαι και κοιτάζω απέναντι την πλατεία. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Ένας κόμπος είναι στον λαιμό μου. Αν πέσει; Αν χτυπήσει; Αν πεθάνει; Αν, αν, αν….

Πέφτω κάτω στις πλάκες και πιάνω το κεφάλι μου. Υποφέρω. Ο γιος μου, ο αγαπημένος μου γιος. Οι ανάσες μου βαθιές, ο ιδρώτας μου κρύος με έχει λούσει. Εκείνη την ώρα όλες οι αμφιβολίες μου, οι ανασφάλειές μου, οι φόβοι ξεσκίζουν το στήθος μου και σαν φίδια, μαύρα, μεγάλα και γλιστερά με ζώνουν και με πνίγουν. Ασφυκτιώ. Το μυαλό μου έγινε μία μηχανή κινηματογράφου που προβάλει σκηνές θανάτου, σκηνές πόνου. Είναι άραγε καλά το παιδί μου, το αγαπημένο μου παιδί;

Κι εκεί που με κατατρώει η ανησυχία, ακούω τον πιο ωραίο λόγο του κόσμου «Μπαμπά, γύρισα». Και με αυτό όλα τα φίδια εξοστρακίζονται μακριά μου, πετάγονται στον αέρα και εξαφανίζονται καθώς το καθαρό, άσπρο φως της χαράς, της ευτυχίας και της αγαλλίασης ακτινοβολεί από όλο μου το σώμα. Χωρίς να χάσω ευκαιρία τρέχω τον αγκαλιάζω σφιχτά και του δίνω ένα μεγάλο φιλί στο μάγουλο. Εκείνος σκέφτεται πως ο πατέρας του τρελάθηκε, αλλά εγώ είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου.

Ξέρω πως κινήθηκα στο υπερβολικό, αλλά αυτή ήταν η εμπειρία μου, έτσι κατάλαβα πόσο πολύ μας αγαπάνε οι γονείς μας και γιατί χρησιμοποιούν τις μεθόδους που χρησιμοποιούν. Θα σας προέτρεπα λοιπόν να το κάνατε κι εσείς, και να είστε απόλυτα αντικειμενικοί και ειλικρινείς με τον εαυτό σας και τα αισθήματα σας εκείνη την στιγμή

Αφιερωμένο εξαιρετικά

Άκουγα πως το internet αποξενώνει τους ανθρώπους, τους κάνει κλειστούς, αποξενωμένους από την κοινωνία. Χάνεις τους φίλους σου, λέγανε, απομονώνεσαι στον εαυτό σου. Όταν μπήκα πρώτη φορά, μάλλον, τις πρώτες φορές που «σέρφαρα» δεν είδα κάτι που να αναιρεί τα σοφά τους λόγια. Σελίδες, σελίδες, σελίδες. Παιχνίδια, αθλήματα, άχρηστες πληροφορίες, τσόντες, αυτό ήταν το Internet. Και σε όλα αυτά έμπαινες μόνος σου. Εκτός αν είχες κάποιον φίλο δίπλα σου και βλέπατε αστείες εικόνες στο Google και γελούσατε.

Όταν αργότερα όμως μπήκα στο πρώτο μου forum, εκείνο του ελληνικού περιοδικού computer games magazine και αργότερα στου gamepro τα δεδομένα άλλαξαν. Είχα να κάνω πλέον, όχι με άψυχες σειρές γραμμάτων, αλλά με ανθρώπους. Όχι «σοφούς» και σπουδαγμένους δημοσιογράφους. Παιδιά λίγο μεγαλύτερα από εμένα, άλλα μικρότερα, που όλοι είχαμε ένα κοινό στοιχείο. Την αγάπη μας για τα παιχνίδια και τα δύο αυτά περιοδικά.

Το forum ακολούθησε το chat, μέσω irc, όπου πλέον όχι μόνο μπορούσα να μιλήσω με ανθρώπους, αλλά μου μιλούσαν αμέσως. Ρωτούσα και απαντούσαν. Έλεγαν αστεία και γέλαγα. Όταν πλέον ριζώθηκε η πραγματικότητα ότι μιλάω με αληθινούς ανθρώπους δημιουργήθηκε μία άλλη ιδέα, πιο ρομαντική. Αυτή της οικογένειας. Τότε ένοιωσα για πρώτη φορά αυτό που λένε μερικές ομάδες ατόμων «σαν μια οικογένεια είμαστε». Έτσι λοιπόν πάνω στη Γη δυο οικογένειες είχα. Την κανονική μου και την μικρή, ρομαντική νέα μου οικογένεια.

Και μέσω του forum, μέσω του chat, μέσω αργότερα του msn, δημιουργήθηκαν φιλίες. Ποιος να το φανταζόταν! Εγώ, ένας από τους πιο κλειστούς ανθρώπους του κόσμου να κάνω φίλους! Κι όμως έκανα, και μάλιστα πολύ καλούς. Δυο τους γνώρισα από κοντά μάλιστα, τους άλλους ευελπιστώ.

Αυτοί λοιπόν οι νέοι μου φίλοι είναι όντως πραγματικοί φίλοι. Γιατί όποτε ήμουν χαρούμενος χάρηκαν μαζί μου, όποτε ήμουν λυπημένος με στήριξαν, όποτε έλεγα αρλούμπες με προσγείωναν στην πραγματικότητα και δεν με άφηναν στο έλεος μου.

Μου έμαθαν νέα πράγματα, και όχι μόνο επειδή μερικοί από αυτούς είναι μεγαλύτεροι δεν με θεώρησαν μικρότερο, αλλά με εξίσωσαν με αυτούς και με αντιμετώπιζαν σαν ίσο. Και φυσικά πόσα πειράγματα δέχεται ο ένας από τον άλλο!

Κι ενώ είχα τους έξι στενούς μου φίλους, την παρέα μου, ξαφνικά βρέθηκα να είμαι φίλος και με τόσα άλλα άτομα. Και το τονίζω. Όχι απλά γνωστός. Αληθινός φίλος! Έτσι λοιπόν κι αυτό το post είναι αφιερωμένο σε αυτούς, σε όλα τα μέλη του gamepro και του cgmag με τα οποία είχα την ευχαρίστηση να ανταλλάζω απόψεις και να συνομιλήσω μαζί τους. Δεν θα κάτσω να αναφερθώ ξεχωριστά σε κάποιον, γιατί ΟΛΟΙ για μένα συγκαταλέγονται στα αγαπητά μου πρόσωπα. Ένα ευχαριστώ θέλω να τους πως που ανέχονται τόσο καιρό. Και ότι τους αγαπάω.

Ευχαριστώ, λοιπόν και σας αγαπάω παιδιά. Να είστε καλά.

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2007

Ο Χρυσός Κανόνας

Έχω διαβάσει πολλά βιβλία τον τελευταίο χρόνο. Μπορώ να πω πως η Δευτέρα Λυκείου ήταν η χρονιά που προκάλεσε την μεγαλύτερη αλλαγή στην ζωή μου, αλλαγή ή καλύτερα αλλαγές που θα μιλήσω σε άλλο θέμα. Όντας άνθρωπος κλειστός και άμαθος από κοινωνικές σχέσεις, πάντα ντροπαλός και δειλός συνομιλητής έψαχνα να βρω τρόπους για να μάθω να μιλάω, να αφήσω πίσω τις συστολές μου. Κι έτσι ανακάλυψα τα βιβλία. Όπως είπα και πιο πάνω διάβασα πολλά βιβλία. Δεκάδες πάνω στο θέμα της επικοινωνίας με τους ανθρώπους.

Ξεκίνησα με Dale Carnegie και του best seller του «Πώς να κάνετε φίλους και να επηρεάζετε τους ανθρώπους», συνέχισα με Leil Lowndes, έπειτα με άλλους λιγότερο ακουσμένους. Δεν θα κάτσω να αναλωθώ σε κανόνες για το πώς να μιλάτε και να κερδίσετε φίλους. Όχι σε όλους. Μόνο σε έναν. Έναν κανόνα, για τον οποίο όλοι οι σοφοί, ιδρυτές θρησκειών μίλησαν. Αυτός ο κανόνας περιλαμβάνει όλη την αλήθεια των υπόλοιπων κανόνων που έχουν να κάνουν με την «τέχνη» του να κερδίζετε την φιλία και την εμπιστοσύνη των άλλων.

Δεν είναι άλλος από τον Χρυσό Κανόνα της Καινής Διαθήκης που όσο κι αν απλός φαίνεται, κρύβει μέσα του πολλά νοήματα και δύναμη. Αν τον κατανοούσαμε όλοι πλήρως δεν θα είχαμε πρόβλημα να καταλάβουμε τι συμβαίνει και δεν μπορούμε να κάνουμε πολλούς φίλους.

Για όσους δεν τον ξέρουν είναι ο εξής: Να πράττουμε στους άλλους ό,τι καλό θα θέλαμε κι οι άλλοι να πράττουν και οι άλλοι σε μας.

Εντάξει μαμά θα μου πείτε. Πριν προλάβετε όμως να με κρίνετε απλά σκεφτείτε πως τον χρησιμοποίησαν σαν αρχή οι μεγαλύτεροι δάσκαλοι στις ανθρώπινες σχέσεις. Κι αν δεν τον θεωρούσα σημαντικό δεν θα έγραφα για αυτόν. Γι’αυτό σκεφτείτε… Αναλύστε τον και εφαρμόστε ότι αποτέλεσμα προκύψει.

Σημείωση: Δεν ισχύει για τους μαζοχιστές.

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Για του λάτρεις του κόκκινου, του κίτρινου και του προτοκαλί

Σήμερα έχει τον τηλεμαραθώνιο που γίνεται από όλα τα ιδιωτικά κανάλια της ελληνικής τηλεόρασης και μου θύμισε την τραγωδία που έζησε η νότια Ελλάδα πριν λίγες ημέρες. Παρακάτω σας παραθέτω το κείμενο που έγραψα εκείνον τον καιρό εκφράζωντας τα συναισθήματα μου προς τους εμπριστές, όποιοι κι αν ήταν αυτοί κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Ο τίτλος του κειμένου είναι ο τίτλος του entry.

====================================================================

Δεν ξέρω μέχρι που μπορεί να φτάσει το άρρωστο μυαλό του ανθρώπου, δεν ξέρω μέχρι τι φοβερά εγκλήματα μπορεί κανείς να διαπράξει. Δεν ξέρω αν φταίει η φύση που δημιούργησε σφάλματα στον εγκέφαλο μερικών άρρωστων ανθρώπων ή αν φταίνε οι γονείς τους, οι κοινωνίες τους που τους γαλούχησαν με αυτόν τον τρόπο.

Τα αισθήματα μέσα μου αμφιταλαντεύονται και παλεύουν μεταξύ τους σαν δύο αντίθετες δυνάμεις που με μανία εκσφενδονίζεται η μία πάνω στην άλλη. Το χάος γύρω μου, μόνο χάος συναισθημάτων μπορεί να προκαλέσει. Από την μία τα χριστιανικά μου πιστεύω μου λένε να συγχωρέσω εκείνους τους ανθρώπους, από την άλλη η ανθρώπινη φύση μου λέει να τα σκοτώσω τα καθάρματα.

Γεννήματα οχιάς, πλάσματα δαιμονικά που η καρδιά σας στάζει δηλητήριο ως πότε θα συνεχίσετε να σκορπάτε τα απορρίμματα της παρουσίας σας σε αυτόν τον κόσμο? Ως πότε θα συνεχίσετε να μολύνετε τον κόσμο μας με την αηδία της ύπαρξης σας? Ως πότε το σάπιο σας κορμί θα αναβλύζει την εμετική μυρωδιά σας?

Κι αν εσείς, αν αυτοί που σκόρπισαν απλόχερα τον θάνατο και την καταστροφή, αν αυτοί που χωρίς ίχνος ανθρωπιάς, τιμής και πνεύματος αγάπης, αν αυτοί οι βρόμικοι και μέσα κι έξω χοίροι ήταν τέτοιοι για να τα κάνουν αυτά εμείς τι είμαστε?

Όλα αυτά μου θυμίζουν το Ησαϊας Α :7

«Εξ αιτίας των αμαρτιών σας η γη υμών έμεινεν έρημος από κατοίκους, οι πόλεις έχουν παραδοθή εις το πυρ, τους καρπούς της χώρας σας κατατρώγουν οι ξένοι εμπρός εις τα μάτια σας και έτσι η χώρα σας έχει ερημωθεί από τους κατοίκους και τα αγαθά της, έχει καταστραφή από ξένους λαούς»

Και φοβάμαι…

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2007

The nice things of life

Το καλύτερο πράγμα που κάνει κανείς όταν είναι ζωντανός είναι να ζει. Αυτή ήταν μία φιλοσοφία τόσο αρχαία, που την ξέχασαν όλοι, εκτός από δύο αποτυχημένους φιλόλογους που δουλεύουν σε ένα κακόφημο μπαράκι της Νότιας Κορσικής. Τώρα θα με ρωτήσετε, ποιος θα άνοιγε ένα κακόφημο μπαράκι στην Νότια Κορσική. Αυτός που πήρε άδεια να δαμάσει την κατσίκα του Πρίγκιπα Τσουπ.

Αλλά ποιος έβγαλε αυτήν την φιλοσοφία; Ένας πολύ αρχαίος άνθρωπος λένε κάποιες μαρτυρίες, τόσο αρχαίος που μάλλον πέθανε. Και η θεωρία είναι σωστή. Πολύ σωστή. Γιατί; Γιατί το μαύρο δεν λέγεται ροζ; Γιατί έτσι.

Ας αναλύσουμε όμως την θεωρία. Ας πάρουμε παραδείγματα από την καθημερινή ζωή ενός μέσου Αμερικάνου. Γιατί Αμερικάνου; Γιατί αυτοί θα διαβάσουν πλειοψηφικά αυτό το κείμενο.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δηλαδή από την μέση γιατί η αρχή είναι το ήμισι του παντός.

Πολλοί ψάχνουν ένα νόημα για να ζουν. Κοιτούν σε λεξικά, περιοδικά, εφημερίδες, στο Internet Αλλά δεν βρίσκουν τίποτα. Στο τέλος ανακαλύπτουν πως εκείνη την ημέρα έζησαν για να ψάξουν το γιατί. Άρα βρήκαν την απάντηση χωρίς να χρειαζόταν να ψάξουν. Αλλά αν δεν έψαχναν δεν θα υπήρχε απάντηση. Δηλαδή, δεν πρέπει να ρωτάμε γιατί ζούμε γενικά, αλλά γιατί ζήσαμε την προηγούμενη μέρα. Αλλά και πάλι καταντάει εξωφρενικά σπαστικό.

Αυτά σκέφτεται και ο κύριος Αντρέας Τρελόπουλος, πατέρας των δύο γιων του και κατάντησε στο φρενοκομείο. Δηλαδή, σημασία δεν έχει γιατί ζούμε, αλλά ότι ζούμε ως καθημερινή κατάσταση. Και αν θέλετε να πείτε το αντίθετο, θα σας πουν τρελό. Απλό.

Άλλη μία μεγάλη ερώτηση είναι ο θάνατος. Τι είναι; Εγώ θα απαντήσω με ερώτηση. Καλά ρε, προσπαθείς να δώσεις απάντηση, ενώ δεν ξέρεις γιατί ζεις; Κι εξάλλου τι σας νοιάζει; Μερικοί λένε πως ο θάνατος είναι το τέλος, άλλοι πως υπάρχει ζωή μετά θάνατον και άλλοι πως μετενσαρκωνόμαστε. Γιατί λοιπόν είναι χαζή η ερώτηση, τι είναι ο θάνατος; Γιατί αν είναι το τέλος, όταν πεθάνεις δεν θα σε νοιάζει, δηλαδή και να σε νοιάζει δεν θα μπορείς να σε νοιάζει γιατί θα έχεις πεθάνει. Αν υπάρχει ζωή μετά θάνατον, μην σε νοιάζει πάλι, απλώς να είσαι καλός άνθρωπος για να πας στον παράδεισο της θρησκείας σου. Και αν μετενσαρκωνόμαστε τότε πολύ που χέστηκες, αν είσαι τυχερός θα γίνεις σπιτική γάτα, αν είσαι άτυχος θα γίνεις κύτταρο. Τι όμως από αυτά υπάρχει; Εσύ για καλό και για κακό να είσαι καλός άνθρωπος, πίστευε και κάπου, αρκεί να το θέλεις βέβαια, κι έχεις το κεφάλι σου ήσυχο.

Και μετά με ρωτάς, αν υπάρχει θεός. Και που θες να ξέρω άνθρωπε μου; Αν υπάρχει πήγαινε ρώτα τον. Αν δεν υπάρχει δεν θα τον βρεις και να τον ρωτήσεις πράγμα αδύνατον αν δεν τον βρεις αφού δεν θα υπάρχει, δεν θα σου απαντήσει. Αλλά και να υπάρχει άμα θέλει σου απαντά. Α, όλα κι όλα θεός είναι. Εσύ τι πρέπει να κάνεις. Αν πιστεύεις πως υπάρχει τότε πίστευε, όπως εγώ, αν δεν πιστεύεις… μην κάνεις προσευχή πριν κοιμηθείς. Στο τέλος το μόνο που μένει είναι η απορία, αλλά γρήγορα το ξεχνάς με τις καθημερινές υποχρεώσεις.

Ο Χάρος

Το μακρύ ξύλινο δρεπάνι του Χάρου γρατσούνισε το πάτωμα καθώς σερνόταν από το κουρασμένο χέρι του. Ο θεριστής των ψυχών προχωρούσε με αργά βήματα στην σκοτεινή κάμαρα. Φτάνοντας επιτέλους δίπλα από το κρεβάτι του μελλοθάνατου στάθηκε στα πόδια του και βλέποντας το αρρωστιάρικο κορμί μπροστά του ξεφύσησε. Χλωμός, με μία μυρωδιά που θύμιζε έντονα εκείνη του νοσοκομείου, μίγμα φαρμάκων και οινοπνεύματος, είχε κλειστά τα μάτια του και μουρμούριζε. Μάλλον κοιμόταν.

Ήξερε τι θα συνέβαινε. Η εμπειρία τόσων χρόνων τον είχε διδάξει πως αν ο μελλοθάνατος τον έβλεπε ξαφνικά μπροστά του μετά ακριβώς από τον ύπνο θα πέθαινε ακαριαία από ο φόβο του και η ψυχή του θα ξέφευγε τα χέρια του Χάρου. Αυτό σήμαινε αποτυχημένη αποστολή, κράξιμό από το γραφείο και εξηγήσεις στο διοικητικό συμβούλιο. Σα να μην έφτανε αυτό η ψυχή θα έπρεπε να αναζητηθεί και να παρθεί, αλλιώς θα γίνονταν φάντασμα που θα στοίχειωνε τον κόσμο για πάντα. Ή τουλάχιστον για όσο διαρκεί το πάντα.

Καλύτερα που κοιμάται, σκέφτηκε ο μαυροφορεμένος σκελετός. Θα του έπαιρνε την ψυχή χωρίς να το καταλάβει. Ήταν μία πολύ δύσκολη βάρδια η σημερινή. Το γραφείο του είχε αναθέσει μαζικές δολοφονίες, δηλητηριασμούς και θύματα πολέμου και σήμερα δεν πρόφταινε να ανασάνει. Όχι ότι χρειάζεται την αναπνοή για να ζήσει. Ήταν ο τελευταίος στην λίστα του και μετά από αυτό θα τελείωνε η δουλειά για σήμερα.

Σήκωσε αργά και κουρασμένα το δρεπάνι του, πήρε μία βαθιά αναπνοή και την ώρα που ήταν έτοιμος να ρίξει το θανατηφόρο χτύπημα του στον μελλοθάνατο εκείνος ξύπνησε και τον κοίταξε απορημένος. Ο Χάρος πάγωσε. Ήταν σίγουρος πως όταν τον έβλεπε καλύτερα ο άρρωστος μπροστά του θα του έφευγε η ψυχή σαν μπαλόνι και έπρεπε γρήγορα να την αρπάξει.

«Γεια», του είπε ο άνθρωπος. «Πρέπει να είσαι ο Θάνατος, ο Χάρος, κάτι τέτοιο έ?»

Ο σκελετός κατέβασε αργά το δρεπάνι του κάτω και καχύποπτα έγνεψε καταφατικά. Για καλό και για κακό μάλιστα κάλυψε το πρόσωπο του με την μαύρη του κουκούλα ακόμα πιο πολύ.

«Το φαντάστηκε ότι θα ερχόσουν να με πάρεις σύντομα. Αλλά δεν ήξερα πότε θα έρθεις και με πήρε ο ύπνος», συνέχισε να μιλάει ο άντρας μπροστά του. Φαινόταν νέος, 27 χρονών και δεν έδειχνε ίχνος φόβου πάνω του.

«Πως σε λένε?», ρώτησε τον Χάρο. «Εννοώ εκτός από τα κοινότυπα ονόματα»

«Κοίτα φίλε, λυπάμαι που στο λέω, αλλά πρέπει να σου πάρω την ψυχή, γι’αυτό ας το κάνουμε νωρίς έτσι? Είχα μία αφάνταστα κουραστική μέρα»

«Αχ δεν το ξέρα συγγνώμη. ‘Έλα κάτσε μην στέκεσαι όρθιος», του είπε και του έγνεψε προς μία καρέκλα.

«Βιάζομαι…»

«Μα επιμένω»

Ο σκελετός κάθισε σε μία αναπαυτική καρέκλα δίπλα στον ετοιμοθάνατο.

«Θα σε κερνούσα ποτό αν δεν ήσουν ο Χάρος και φαντάζομαι δεν πίνεις τέτοια»

«Ναι, δεν πίνω», είπε αμήχανα ο Χάρος.

Κανένας δεν μιλούσε για λίγη ώρα. Ο ετοιμοθάνατος κοιτούσε τις κουβέρτες του σκεφτικός. Ο Χάρος κι εκείνος έμενε σιωπηλός. Κανένας άνθρωπος δεν είχε αντιδράσει τόσο ψύχραιμα στην θέα του. Έπρεπε να του πάρει την ψυχή σύντομα όμως.

«Πάμε?», τον ρώτησε. Συνήθως δεν ζητούσε την συγκατάθεση του πελάτη του. Ήταν ο θάνατος προσωποποιημένος και κανένας δεν μπορούσε να του φέρει αντίρρηση. Αλλά αυτός ο άνθρωπος ήταν διαφορετικός από τους άλλους.

«Λες να στεναχωρηθούν οι άλλοι, όταν φύγω?», ρώτησε σκεφτικά ο 27χρονος παίζοντας πλέον με τις τσαλακωμένες κουβέρτες του.

«Ε…συνήθως αυτό γίνεται», απάντησε αμήχανα ο θεριστής των ψυχών.

«Με αγαπάνε ξέρεις. Και οι γονείς μου και οι φίλοι μου και η κοπέλα μου… δεν θέλω να τους στεναχωρήσω»

Ο Χάρος χαμήλωσε το κεφάλι του και άρχισε να χτυπάει ρυθμικά τα δάχτυλά του στην καρέκλα. Προς στιγμήν ένιωσε οίκτο για τον νεαρό άνθρωπο. Ένιωσε στενοχώρια. Πόσο καιρό είχε να πλημμυρίσει από τέτοια αισθήματα!...

Σηκώθηκε πάνω και έβαλε το χέρι μπροστά στα μάτια του, στα κενά του μάτια.

Δεν είχε δάκρυα να χύσει, όχι από τότε που πέθανε και ανέλαβε την θέση αυτή, όχι πια. Έπιασε το δρεπάνι του που το είχε αφήσει δίπλα από την καρέκλα και το πλησίασε στο στήθος του ξεχωριστού ανθρώπου που είχε μπροστά του.

Ο 27χρονος έγνεψε και η κρύα λεπίδα τρύπησε το στήθος του και βγήκε πάλι αμέσως έξω. Στην άκρη της γαντζωμένη η ψυχή του, ο ίδιος ο άνθρωπος σαν φάντασμα πλέον, ενέργεια, που δεν χάνεται και δεν δημιουργείται από το μηδέν.

«Ωραία αισθάνομαι έτσι», αφουγκράστηκε τον εαυτό του ο πεθαμένος. «Χωρίς πόνο, χωρίς θλίψη, χωρίς σώμα»

«Ναι, ωραία είναι», ψέλλισε ο Χάρος και βγάζοντας ένα μπλοκάκι διέγραψε το τελευταίο όνομα της ημέρας. «Πάμε?», ρώτησε ξεφυσώντας.

«Που?»

«Σε ένα ωραίο μέρος»

Καθώς έβγαιναν από την πόρτα του δωματίου μία δόση περιέργειας γεννήθηκε στο κεφάλι του Θανάτου. «Δεν φοβόσουν να πεθάνεις?»

Η ψυχή χαμογέλασε: «Οι άλλοι να είναι καλά….»

Στα λόγια αυτά ο Χάρος θυμήθηκε έναν άλλον που μετέφερε στον Άδη, όταν λειτουργούσε ακόμα, από τις πιο σημαντικές δουλειές που του είχε αναθέσει το γραφείο, πριν 2000 χρόνια. Του φάνηκε πως του είχε απαντήσει παρόμοια.

Τον μπαγάσα, σκέφτηκε, έκανε καλή δουλειά.

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2007

Welcome

Καλως σας βρηκα. Σε αυτο το blog ξερω πως θα περασετε καλα και θα σκοτωσετε τον χρονο σας ευχαριστα διαβαζωντας ιστοριες, αστεια κειμενα, σχολια και ισως ειδησεις απο την επικαιροτητα.

Ζητηστε και θα το εχετε. Εκτος απο νερο. Βαριεμαι να πηγαινω στην κουζινα να σας βαζω.

Και τονους βαριεμαι να βαζω. Ειναι αρμηροι.