Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2007

Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Το κρύο τρυπούσε τα κόκαλά του, έτσι όπως τσουχτερό καθώς ήταν, γλιστρούσε από τις σκοτεινές γωνίες της πόλης, έπεφτε σαν αλεξιπτωτιστής από της χιονισμένες γκρίζες ταράτσες και σαν ριπή πολυβόλου αγκιστρωνόταν μέσα, βαθιά στο σώμα, γραπώνοντας το τόσο σφιχτά που, νόμιζε πως και την ίδια του την ψυχή είχε πιάσει και δεν την άφηνε να φύγει. Και όσο πιο μουδιασμένοι ήταν οι μύες , τόσο πιο δυνατός ήταν ο πόνος, ένα φριχτό βασανιστήριο. Και δίπλα του, μπροστά του και γύρω του, χόρευαν σαν τρελές οι νιφάδες που έπεφταν από τον τιμωρό ουρανό λες και έπαιρναν μέρος σε ένα καρναβάλι των καταδικασμένων, σε ένα γαϊτανάκι του παραλόγου που στο μέσο του τραπεζιού της μαύρης αυτής γιορτής κάθονταν ως εκλεκτοί καλεσμένοι ο θάνατος και πόνος.

Σερνόμενος τώρα πια, χωρίς την παραμικρή στάλα δύναμης μέσα του, μόνος ανάμεσα στον κόσμο και τις σκοτούρες του, κατευθύνθηκε σε μία φάτνη, από εκείνες της μεγάλες, πλαστικές ή ξύλινες, που στολίζουν τις πόλεις, πάντα τέτοια περίοδο, όχι για να δοξάσουν την θαυματουργή γέννηση του θείου βρέφους, αλλά επειδή τους το επιβάλουν η μόδα, και οι μαστροποί της, οι πολυεθνικές εταιρίες. Ήλπιζε να βρει ζεστασιά σε αυτή τη φάτνη, κάποια φωτιά, ένας μέρος να ανακουφιστεί έστω και για δευτερόλεπτα, προτού τον διώξουν οι αρχές σαν παράσιτο, από το πρώτο σπίτι του Κυρίου του.

Δεν βρήκε όμως ίχνος ζεστασιάς που να ζεσταίνει το φθαρτό και γεμάτο πληγές σώμα του. Δεν βρήκε φωτιά, δεν βρήκε γωνιά να ξαποστάσει, δεν βρήκε άχυρο αληθινό να κουκουλωθεί με αυτό. Δεν βρήκε όμως και αρχές για να τον διώξουν. Και κινούμενος ανάμεσα στα όρια της απελπισίας και της αναγκαιότητας ξάπλωσε στο κρύο έδαφος της φάτνης, ίσως το τελευταίο πράγμα που θα έκανε ποτέ του πλέον.

Το βλέμμα του έγινε απλανές και σκοτεινό και χάθηκε στα βάθη της θάλασσας των αναμνήσεων του. Ποτέ του δεν γεννήθηκε πλούσιος, ποτέ του δεν έζησε με αφθονία και δεν έφαγε με κανονικά μαχαιροπίρουνα. Τα μπάνια του τα έκανε το καλοκαίρι που είχε ζέστη, συνήθως σε κάποιο βρόμικο ποτάμι ή λίμνη, τα μαλλιά του τα κούρευε μόνος του με ένα χάλκινο, πράσινο από τον καιρό, ψαλίδι. Την μάνα του την έθαψε έντεκα χρονών σε ένα χωράφι έξω από την πόλη, πατέρα δεν γνώρισε ποτέ. Και όλα αυτά τα χρόνια μόνος γνώρισε μόνο την ταπείνωση και την απογοήτευση.

Αλλά παρόλο που η αγάπη και ο έρωτας ήταν για εκείνον λέξεις στην βιτρίνα των καταστημάτων, τυπωμένες πάνω σε κολόνιες και καλλυντικά, παρόλο που το μόνο χάδι που ένιωσε από κάποιον ξένο ήταν μία δυνατή σφαλιάρα όταν είχε ζητήσει ελεημοσύνη και ο μόνος καλός λόγος που άκουσε ποτέ ήταν βρισιές και αναθεματισμοί δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να μισήσει τους άλλους, να τους πληγώσει ή να ευχηθεί τα χειρότερα γι’αυτούς. Ίσως γιατί πίστευε στην καλοσύνη τους, ίσως γιατί είχε συμφιλιωθεί με την ιδέα πως οι άνθρωποι ήταν κακοί και δε ήθελε να γίνει ένας από αυτούς.

Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο για να δοκιμάσει του πιστούς, του έλεγε και του ξαναέλεγε η μητέρα του, τον καιρό που ζούσε και τον τύλιγε ανάμεσα στα ζεστά της ρούχα για να μπορέσει να δει την επόμενη μέρα. Και δεν ήξερε πλέον πως έπρεπε να αισθανθεί όταν σκεφτόταν την ζωή που του χάρισε ο Θεός. Ευγνωμοσύνη που δοκιμάστηκε και επάξια έφτασε ως το τέλος ή ένα πελώριο κενό που δεν γνώρισε τίποτε άλλο από την δυστυχία;

Έχοντας στο μυαλό του αυτά ένιωσε εξουθενωμένος και ανήμπορος να κουνηθεί. Κοίταξε για μία τελευταία φορά τα πρόσωπα της φάτνης και μετά τον ουρανό. Κι εκεί, μέσα στο κρύο, το τσουχτερό κρύο της φύσης, το σκοτεινό κρύο της καρδιάς των ανθρώπων, πεινασμένος και κουρασμένος, τσακισμένος και βασανισμένος, έβγαλε την τελευταία του πνοή σιωπηλός, ακίνητος, αόρατος.

Και ποιος ξέρει τι απέγινε εκείνη η ψυχή που βγήκε από το σώμα του. Ίσως η καλοσύνη του να αναγνωρίστηκε και να πήγε στον Παράδεισο, να βρήκε την αγάπη και την δικαίωση που τόσο ονειρευόταν. Ίσως πάλι να ήταν ένας παλιάνθρωπος και οι πράξεις του να τον οδήγησαν στα δεινά της Κόλασης. Και ίσως πάλι τα πάντα να είναι φθαρτά και επίγεια και ένας άνθρωπος έζησε και πέθανε μάταια και βασανισμένα, έρμαιο της κακίας μας και της κακίας της τύχης.

4 σχόλια:

laharl είπε...

Πολύ ωραία ιστορία.Μου άρεσε πολύ η περιγραφή σου και ο τρόπος που χρησιμοποιείς τις λέξεις.Keep going ;)

Ανώνυμος είπε...

Φίλε σκέφτηκες ποτέ να ασχοληθείς επαγγελματικά με αυτό.

Απίστευτα περιγραφικός και συντακτικά άψογος.

AkiraGr

Doppelganger είπε...

Ευχαριστω για τα καλα σας λογια.
:D

Ανώνυμος είπε...

ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ!!!
Ο Akira Gr έχει δίκιο, έχεις πολύ τα
λέντο!!!
HOUSEGIRL