Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

Biology Of a Simple Life (part 5)

Ο Ζακ δεν μπορούσε να το πιστέψει. Δεν μπορούσε να το χωνέψει. Αν μπορούσε θα το ξανάφερνε στο στόμα του σαν μηρυκαστικό, θα το ξαναμασούσε και θα το ξανακατάπινε. Δεν ήταν μηρυκαστικό όμως. Κι εξακολουθούσε να μη μπορεί να το χωνέψει.

- Εννοείς πως αυτός ο κρίνος είναι ένα χημικό όπλο;
- Δεν θα παίξουμε τον Φώσκολο εντάξει; Αυτό εννοώ, τελείωνε, απάντησε η γυναίκα μπροστά του που κρατούσε στα χέρια της έναν λευκό κρίνο.
- Και πως ακριβώς βρέθηκε στα χέρια σου, κοπέλα μου;!
- Μου τον έδωσαν προφανώς.
- Γαβριέλα, για όνομα του Θεού, φώναξε ο Ζακ. Μας κυνηγούν εδώ και δυο εβδομάδες, έχουμε αποχωριστεί τα προσωπικά μας αντικείμενα σε περίπτωση που έχουν κοριούς, ζούμε σε περιθωριακές περιοχές και ένας Θεός ξέρει τι έχει απογίνει ο Τξέικομπ!
- Σοβάρα, Doppel; Αυτόν τον τρόπο διάλεξες για να ξεδιαλύνεις τι απέγινε ο Ζακ και η γυναίκα από το μπαρ, που μόλις στο προηγούμενο μέρος έκανες νύξη ότι πιθανώς έχει ένα χημικό όπλο; Σπουδαίο τέχνασμα.
- Ε;
- Τίποτα.
- Η αστυνομία, το FBI κτλ ξέρουν για το χημικό όπλο;
- Λογικά το FBI, CIA και λοιπές μυστικές υπηρεσίες ξέρουν ή νομίζουν ότι ξέρουν… αλλά δε νομίζω η αστυνομία να μας κυνήγησε για αυτό. Απλά ήταν βλάκες. Κι απλά την χρησιμοποιούν οι άλλοι για να φτάσουν σε εμένα και το χημικό όπλο.
- …αχ….οκ…και τι όπλο είναι αυτό;
- Α, δεν μπορώ να σου πω.
- Τι; Γιατί; Έχω μπλεχτεί πλέον κι εγώ σε αυτό!
- Ναι… δεν μπορώ. Κοιτά, απλά πρέπει να το παραδώσω κάπου.
- Κάπου που δεν θέλει η κυβέρνηση προφανώς.
- Πίστεψέ με, είναι για το καλό του κόσμου, για το καλό ολόκληρης της ζωής!
- Είναι χημικό όπλο!
- Κολλάς σε λέξεις.

Ο Ζακ δεν μίλησε άλλο. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα της αποθήκης που κρυβόταν μαζί με τη Γαβριέλα.

- Ο Αδόλφος είμαι!, ακούστηκε μια αντρική φωνή.
- Α, ο κύριος Χίτλερ, μονολόγησε η Γαβριέλα.

Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ένα ψηλός ξανθός άνθρωπος με μουστάκι. Φορούσε μία άσπρη μπλούζα, παντελόνι πιτζάμας και παντόφλες.

- Σας έφερα πρωινό, είπε και άφησε πάνω στο σκονισμένο τραπέζι λίγο ψωμί, κασέρι και δυο κούπες καφέ.
- Ευχαριστούμε κύριε Χίτλερ!, είπε η Γαβριέλα. Κι ευχαριστούμε για την φιλοξενία αυτές τις μέρες. Μην ανησυχείτε άλλο για μας. Ως το μεσημέρι θα έχουμε φύγει.
- Ω, μα είναι υποχρέωσή μου να σας φιλοξενήσω. Ήρθατε σπίτι μου και ζητήσατε καταφύγιο. Κρίμα που δεν είστε Εβραίοι. Θα σας έδινα την ειδική κάμαρα που έχω – μόνο για Εβραίους.
- Και πάλι ευχαριστούμε, είπε η Γαβριέλα.

Ο Ζακ ψέλλισε κι εκείνος ένα «ευχαριστώ» κι ο Χίτλερ έφυγε από την αποθήκη σιγοτραγουδώντας ένα παλιό εβραϊκά τραγούδι. Κοίταξε την Γαβριέλα στα μάτια.

- Οι γονείς του ήταν νεοναζί, πέθαναν, τον ανέλαβε εβραία οικογένεια.
- Αυτά συμβαίνουν μόνο στις ταινίες.
- Και σε κακογραμμένες ιστορίες σε blog, που στηρίζονται στον πολύ διάλογο.
- …ναι κι εκεί…

Η Γαβριέλα πήρε τις δύο κούπες καφέ στα χέρια κι έδωσε τη μία στο Ζακ.

- Ξέρεις, για τον ερωτύλο φίλο του Τζέικομπ, έχεις καιρό να μου την πέσεις.
- Μας κυνηγάει όλος ο κόσμος, Γαβριέλα. Είμαι πολύ αγχωμένος για στην πέσω. Επίσης είμαι πεπεισμένος πως με θες, οπότε δεν κάνω τον κόπο.
- Συνέχισε να είσαι πεπεισμένος για χαζομάρες…
- …
- Τι σκέφτεσαι;
- Που θα πάμε μετά από εδώ;
- Σκεφτόμουν να ναυλώσουμε ένα πλοίο, αεροπλάνο, κάτι.
- Είμαστε παντού επικηρυγμένοι. Δεν θα προλάβουμε να ανεβούμε ούτε σε αερόπλοιο πριν μας καταδώσουν.
- Τότε θα ζητήσουμε την βοήθεια του θείου μου, του Lambert Beer. Είναι πλούσιος και ξέρει πολλούς ανθρώπους που μπορούν να μας βοηθήσουν.
- Πλούσιος θείος, ε; Πάω στοίχημα πως θα μπορεί να μας κρύψει κι από τις μυστικές υπηρεσίες…
- Βολικό, ε, Doppel;
- Ε;
- Τίποτα.
- Αλήθεια, πως βρέθηκες σε εκείνο το μπαρ που είχα πάει με τον Τζέικομπ εκείνο το πρωί;
- Απλά ήθελα να πιω ένα ποτό.
- Απλά.
- Πιο απλά δε γίνεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια: